Από την αρχαιότητα έως σήμερα, ο τεράστιος πληθυσμός αποτέλεσε βασικό πυλώνα ισχύος για την Κίνα. Ωστόσο, η διαχείριση αυτού του ανθρώπινου δυναμικού συνοδευόταν πάντα από έντονο προβληματισμό. «Η Κίνα έχει 600 εκατομμύρια ανθρώπους και δεν πρέπει ποτέ να το ξεχνάμε», είχε δηλώσει το 1957 ο Μάο Τσετούνγκ, λίγο πριν η χώρα βυθιστεί σε έναν από τους φονικότερους λιμούς της ιστορίας της.
Σχεδόν επτά δεκαετίες αργότερα, το πρόβλημα έχει αλλάξει μορφή: οι Κινέζοι λιγοστεύουν. Τα τελευταία στοιχεία για τις γεννήσεις, που δόθηκαν στη δημοσιότητα τη Δευτέρα, καταγράφουν το χαμηλότερο ποσοστό γεννήσεων από το 1949, όταν ιδρύθηκε η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας.
Ο πληθυσμός της χώρας ανέρχεται σήμερα σε 1,404 δισεκατομμύρια, μειωμένος κατά περίπου 3 εκατομμύρια σε σύγκριση με πέρυσι. Η κινεζική ηγεσία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα διαχρονικό δίλημμα: πώς θα διαχειριστεί έναν πληθυσμό που αποτελεί πηγή ισχύος, αλλά και τεράστιας πίεσης στους πόρους και το κοινωνικό κράτος.
Οι μακροχρόνιες συνέπειες της πολιτικής του ενός παιδιού
Η σημερινή δημογραφική συρρίκνωση έχει βαθιές ρίζες στην πολιτική του ενός παιδιού, η οποία εφαρμόστηκε επίσημα το 1980. Το μέτρο στόχευε στον περιορισμό της πληθυσμιακής έκρηξης, καθώς η οικονομία της χώρας δεν μπορούσε τότε να υποστηρίξει τις αυξανόμενες ανάγκες των πολιτών.
Η πολιτική αυτή, αν και επιβράδυνε την αύξηση του πληθυσμού, δημιούργησε σοβαρές παρενέργειες:
- έντονη ανισορροπία φύλων λόγω προτίμησης στα αγόρια,
- γήρανση του πληθυσμού,
- εκατομμύρια οικογένειες με μοναχοπαίδια, τα λεγόμενα «μικρά αυτοκρατορικά παιδιά»,
- κοινωνικά προβλήματα, όπως αποξένωση και μοναξιά, ιδιαίτερα μετά τη χαλάρωση του συστήματος εσωτερικής μετανάστευσης (hukou).
Όπως είχε επισημάνει το 2016 το Brookings Institution, η πολιτική του ενός παιδιού θα μείνει στην ιστορία ως «ένα από τα πιο δαπανηρά παραδείγματα λανθασμένης δημόσιας πολιτικής».
Η προσπάθεια ανατροπής της τάσης
Η μείωση των γεννήσεων έρχεται σε αντίθεση με βαθιά ριζωμένες κινεζικές παραδόσεις, σύμφωνα με τις οποίες η απόκτηση απογόνων θεωρείται ηθικό καθήκον απέναντι στους προγόνους. Ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ έχει επαναφέρει δημόσια αυτή τη φιλοσοφία, περιγράφοντας τον πληθυσμό ως «το μεγάλο ατσάλινο τείχος που σφυρηλατήθηκε από 1,4 δισεκατομμύρια Κινέζους».
Την ίδια στιγμή, η Κίνα έχει χάσει την πρωτιά ως η πολυπληθέστερη χώρα στον κόσμο, καθώς το 2023 την ξεπέρασε η Ινδία – εξέλιξη με γεωπολιτικές προεκτάσεις, ιδιαίτερα στη διεκδίκηση επιρροής στον λεγόμενο Παγκόσμιο Νότο.
Για την αντιστροφή της δημογραφικής πτώσης, το Πεκίνο εφαρμόζει σειρά κινήτρων:
- φορολογικές ελαφρύνσεις σε παιδικούς σταθμούς,
- κατάργηση φόρων σε προϊόντα οικογενειακού προγραμματισμού,
- ενίσχυση κοινωνικών παροχών,
- πολιτικές που στοχεύουν να καταστήσουν τη γέννηση παιδιών σχεδόν «δωρεάν», όπως μετέδωσε πρόσφατα το κρατικό πρακτορείο Xinhua.
Στο νέο πενταετές αναπτυξιακό σχέδιο περιλαμβάνεται και η προώθηση «θετικής αντίληψης για τον γάμο και την τεκνοποίηση».
Ένα ανοιχτό ερώτημα για το μέλλον
Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: μπορεί η παραδοσιακή αντίληψη της Κίνας να συνυπάρξει με τις κοινωνικές και οικονομικές πραγματικότητες της σύγχρονης ζωής; Η απάντηση δεν είναι απλή, όταν αφορά περισσότερους από 1,4 δισεκατομμύρια ανθρώπους.
Ίσως ο ίδιος ο Μάο είχε συνοψίσει το πρόβλημα ήδη από το 1957, στον τίτλο ενός από τα πιο γνωστά του κείμενα:
«Για τη σωστή διαχείριση των αντιφάσεων στο εσωτερικό του λαού».
Πηγή: AP/ερτ






