Σημαντική απόφαση για τα δικαιώματα των καταναλωτών στην ευρωπαϊκή αγορά πίστωσης εξέδωσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης την Πέμπτη, κρίνοντας ότι οι τράπεζες δεν μπορούν να επιβάλλουν τόκους σε ποσά που δεν καταβάλλονται πραγματικά στον δανειολήπτη, αλλά προορίζονται για την κάλυψη εξόδων που συνδέονται με την πίστωση. Ωστόσο, το ΔΕΕ αναγνώρισε ότι τα έξοδα αυτά μπορούν να μετακυλιστούν στον καταναλωτή με υψηλότερο επιτόκιο.
Η υπόθεση εκκίνησε από την Πολωνία, όπου καταναλωτής προχώρησε σε σύναψη σύμβασης καταναλωτικής πίστης με τράπεζα. Μέρος του δανείου χρησιμοποιήθηκε για την πληρωμή ασφάλισης πίστωσης, η οποία χαρακτηριζόταν ως «προαιρετική». Ωστόσο, το επιτόκιο εφαρμόστηκε όχι μόνο στο ποσό που έλαβε ο καταναλωτής, αλλά και στα ασφάλιστρα, αυξάνοντας το συνολικό κόστος του δανείου.
Ο δανειολήπτης προσέφυγε στη δικαιοσύνη ζητώντας να αναγνωριστεί ότι δεν οφείλει τόκους και επιβαρύνσεις για το σύνολο της πίστωσης, καθώς η τράπεζα υπολόγισε τόκους και σε ποσά που δεν αποτελούσαν πραγματική χρηματοδότηση προς αυτόν. Το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της ΕΕ, το οποίο έκρινε ότι η πρακτική αυτή δεν συνάδει με την ευρωπαϊκή οδηγία για την καταναλωτική πίστη.
Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι δύο βασικές έννοιες της οδηγίας είναι αυστηρά διακριτές. Πρώτον, το «συνολικό ποσό της πίστωσης», δηλαδή το ποσό που τίθεται στη διάθεση του καταναλωτή, και δεύτερον, το «συνολικό κόστος της πίστωσης», που περιλαμβάνει όλα τα έξοδα (τόκους, ασφάλιστρα, προμήθειες). Οι έννοιες αυτές είναι αλληλοαποκλειόμενες. Επομένως, το συνολικό ποσό της πίστωσης δεν μπορεί να περιλαμβάνει ποσά που προορίζονται για την κάλυψη εξόδων, όπως ασφάλιση ή άλλες χρεώσεις, οι οποίες δεν καταβάλλονται απευθείας στον καταναλωτή.
Το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι το χρεωστικό επιτόκιο μπορεί να εφαρμόζεται μόνο στο πραγματικό ποσό της πίστωσης που λαμβάνει ο καταναλωτής. Συνεπώς, δεν επιτρέπεται η επιβολή τόκων σε ποσά που χρησιμοποιούνται από την τράπεζα για την κάλυψη εξόδων που σχετίζονται με το δάνειο.
Παράλληλα, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι τα έξοδα αυτά μπορούν να μετακυλιστούν στον καταναλωτή με άλλους τρόπους, όπως μέσω υψηλότερου επιτοκίου, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι κανόνες διαφάνειας.
Η απόφαση συνδέεται με τον διττό στόχο της ευρωπαϊκής Οδηγίας 2008/48/ΕΚ για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης, τη διασφάλιση μιας εύρυθμης εσωτερικής αγοράς καταναλωτικής πίστης, και την ενίσχυση της διαφάνειας, ώστε οι καταναλωτές να μπορούν να συγκρίνουν εύκολα προσφορές, ιδίως μέσω του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΣΕΠΕ).
Η απόφαση αναμένεται να επηρεάσει τις πρακτικές τραπεζών σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενισχύοντας την προστασία των δανειοληπτών και θέτοντας σαφέστερα όρια στον τρόπο υπολογισμού των τόκων σε συμβάσεις καταναλωτικής πίστης.
Πηγή: ΚΥΠΕ







