Η Κύπρος έχει κάνει σοβαρή και αξιόλογη πρόοδο σε δημοσιονομικό επίπεδο, και κατάφερε, με τη σκληρή και μεθοδική δουλειά των επαγγελματιών της στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, να διαχειριστεί μια διαδοχική σειρά κρίσεων, χωρίς να καταστραφεί. Αυτό είναι ένα γενικά παραδεκτό γεγονός και μας τιμά ως τόπο και ως λαό.
Παράλληλα, όμως, η Κύπρος διήλθε αυτών των κρίσεων και προκλήσεων θεσμικά, οικονομικά και πολιτικά αποδυναμωμένη. Όπως καταδεικνύεται σε μια σειρά από ποιοτικούς ευρωπαϊκούς δείκτες, που αφορούν τη διαφθορά, τη διαφάνεια, τη δημοκρατική λειτουργία και το κράτος δικαίου, την ανταγωνιστικότητα και ανθεκτικότητα, την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών, την περιβαλλοντική και ενεργειακή βιωσιμότητα, την καθημερινή ποιότητα και κόστος ζωής, την πραγματική αύξηση των εισοδημάτων και την ανισότητα, την προσέλκυση ταλέντων, κοκ, η Κύπρος μάλλον αποδυναμώθηκε συνολικά ως οικονομία και ως χώρα.
Οι κρίσεις δεν αξιοποιήθηκαν για να μετατραπούν σε πραγματικές ευκαιρίες αναμόρφωσης και ουσιαστικής ποιοτικής μεταρρύθμισης του κράτους και του παραγωγικού μας μοντέλου. Αν δούμε την κατανομή του ΑΕΠ ανά τομέα οικονομικής δραστηριότητας θα αντιληφθούμε ότι ο φανερός και κρυφός ρόλος του κράτους στην έμμεση και άμεση στήριξη της παραγωγής παραμένει κεντρικός και καθοριστικός. Αντίστοιχα, στον ιδιωτικό τομέα, τομείς όπως ο τουρισμός και η ανάπτυξη γης, που εδώ και δεκαετίες αντιμετωπίζουν σοβαρά και ουσιαστικά δομικά προβλήματα και στρεβλώσεις, παραμένουν εξίσου κεντρικά συστατικά μέρη του ποιοι είμαστε ως οικονομία και ως χώρα. Τα περί τεχνολογικού κλάδου και της συμβολής του στο ΑΕΠ, αν και δεν υποτιμούνται, εν τούτοις δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα αφού και εκεί, με εξαίρεση μια χούφτα εταιρειών πραγματικά υψηλής τεχνολογίας, η συντριπτική δραστηριότητα από πλευράς οικονομικού αποτυπώματος αφορά FOREX, που όλοι, εντός και εκτός Κύπρου, ξέρουν τι πραγματικά είναι.
Αυτό το σημείο άλλωστε αποτελεί και το πραγματικό περιεχόμενο της φήμης μας στο εξωτερικό και κυρίως στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο ανεπτυγμένο τεχνολογικά κόσμο, όσον αφορά την οικονομία μας. Αυτό συζητούν οι ξένοι όταν αναφέρονται σε εμάς.
Η Κύπρος, ό,τι και αν ευαγγελίζεται και ό,τι και αν προβάλλει μέσω της αφηγηματικής της, παραμένει στα μάτια και στη γνώμη των Ευρωπαίων, των Αμερικανών, των Ιαπώνων, των Κινέζων, δηλαδή των τεχνολογικά ανεπτυγμένων χωρών της γης, ως ένας μικρός προορισμός χαμηλής τεχνολογικής έντασης, μαζικού και φτηνού τουρισμού, εποχιακής και περιορισμένης αεροπορικής συνδεσιμότητας, και ένας φορολογικά ευνοϊκός οικοδεσπότης επιχειρήσεων και επαγγελματιών, κυρίως από συγκεκριμένες χώρες, οι πλείστες των οποίων δεν είναι κράτη μέλη της ΕΕ, και δεν προέρχονται από τη Βόρεια Αμερική ή την τεχνολογικά ανεπτυγμένη Άπω Ανατολή.
Από την άλλη, το ότι ήρθε μια αμερικανική εταιρεία εκκόλαψης νεοφυών επιχειρήσεων, μετά που την «επιχορηγήσαμε» με κρατικά χρήματα, ή το ότι κάποιες σοβαρές επιχειρήσεις έφεραν εδώ τους εργαζόμενους τους που προέρχονταν από την Ουκρανία και τη Ρωσία, λόγω του πολιτικού κλίματος εκεί, και των φορολογικών απαλλαγών και των διευκολύνσεων μόνιμης διαμονής που τους παρείχαμε, υποδηλοί πολλά.
Σίγουρα δείχνει ότι είμαστε ευέλικτοι έως ικανοί το «bend over backwards» για να πιάσουμε «πελάτες» όταν δούμε την ευκαιρία. Και, σε έναν βαθμό, μπράβο μας. Δείχνει, όμως, και την εξάρτησή μας από αυτό το «μοντέλο» νοοτροπίας του επιχειρείν, που σχεδόν πάντοτε στηρίζεται σε κίνητρα που δεν αφορούν εκείνα τα ποιοτικά κριτήρια επιλογής ενός επενδυτικού προορισμού που θα τον καθιστούσαν προορισμό ίδιας επιλογής για ουσιαστική ανάπτυξη εργασιών. Και τούτο ισχύει επειδή δεν τα καταφέρνουμε, όπως δείχνουν τα πράγματα, να πάμε, στον ρυθμό και βαθμό που απαιτείται, πιο πέρα σε επίπεδο ποιοτικών κριτηρίων που θα μας καθιστούσαν πραγματικά ανταγωνιστικούς έναντι άλλων προορισμών. Ευτυχώς, όμως, το έχουμε καταλάβει και προσπαθούμε πολύ να το αλλάξουμε, τουλάχιστον σε επικοινωνιακό επίπεδο. Επειδή σε ουσιαστικό επίπεδο, ακόμα υπολείπονται πάρα πολλά που δεν έχουν γίνει για να καταστούμε προορισμός επιλογής. Και αυτά που υπολείπονται δεν είναι άλλα από τα ποιοτικά κριτήρια, στα οποία παρατηρείται η στασιμότητα, αν όχι και οπισθοδρόμηση, που αναφέρονται στην αρχή του παρόντος κειμένου.
Γι’ αυτό, επαναλαμβάνεται, δεν αρκεί να λέμε μεταξύ μας, οι λογιστές με τους δικηγόρους, οι τραπεζίτες με τους εργολάβους, οι κυβερνητικοί με τους ημικρατικούς, για το πόσο καλά τα πάμε και για το πόσο ελκυστικός προορισμός είμαστε. Ούτε αρκεί να επικοινωνούμε το μήνυμά μας σε εκείνους τους ξένους επενδυτές και επιχειρηματίες που θέλουν να μας αξιοποιήσουν μόνο και μόνο για το ευνοϊκό κανονιστικό μας πλαίσιο και τον ανταγωνιστικό φορολογικό μας κώδικα. Χρειάζεται να αλλάξουμε επίπεδο και να μιλήσουμε με τις μεγάλες οικονομίες και τις σημαντικές επιχειρήσεις του κόσμου στη γλώσσα τους, αφού επιτύχουμε ριζικές βελτιώσεις σε όλους τους ποιοτικούς δείκτες, ώστε να καταστούμε πραγματικά ελκυστικοί ως προορισμός επιλογής, επειδή μας αξίζει ως τόπος να είμαστε τέτοιος. Θα το κάνουμε;







