Λυπάμαι που θα το χαλάσω, αλλά το ζήτημα της αύξησης της κατώτατης σύνταξης δεν θα αφεθεί εκτός δημόσιας συζήτησης, όπως δήλωσε πως επιθυμεί ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Μαρίνος Μουσιούττας. Με αυτό ως δεδομένο, καλά κάνει να έχει σχέδιο και να είναι σε θέση να το εξηγήσει σε εργαζόμενους και συνταξιούχους. Την ίδια ώρα, θα πρέπει να βρει τρόπο να συνεννοηθεί με τη Βουλή πριν μπει το 2027 και ξεκινήσουν οι προεκλογικές διεργασίες για τις προεδρικές εκλογές...
Και δεν θα μείνει εκτός δημόσιας συζήτησης το συνταξιοδοτικό, γιατί το μέγεθος της αποτυχίας του είναι τέτοιο που είναι αδύνατο για πολίτες και πολιτικούς να το αγνοήσουν. Ένας συνδυασμός με λιγότερες γεννήσεις και μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής, ένα κράτος που πάντα ένιωθε άνετα να βάζει χέρι στα λεφτά του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων για να τα «επενδύσει» σε μισθούς και λειτουργικά έξοδα, αλλά και μια στρατιά από μικρές επιχειρήσεις και εργαζόμενους που ζουν σε συνθήκες στασιμοπληθωρισμού εδώ και χρόνια, συνθέτουν το σκηνικό για την τέλεια καταιγίδα.
Το σήμα για να ξεκινήσει η καταιγίδα δεν το έδωσε η Βουλή και οι λαϊκίστικες προσεγγίσεις, αλλά οι πρόσφατες αυξήσεις στο κόστος των καυσίμων, που μεταφέρονται σχεδόν σε όλα τα αγαθά. Μπορείς να ζητήσεις από τους συνταξιούχους να επιστρέψουν πίσω στην αγορά εργασίας; Κάποιοι απλά δεν φεύγουν ποτέ. Το 65ο έτος της ηλικίας είναι απλά ένας αριθμός. Πλέον όμως φτάνουμε στο σημείο ο συνταξιούχος να εργάζεται και πάλι να δυσκολεύεται να συντηρηθεί. Συνήθισαν στη μεγάλη ζωή, τόσο μεγαλύτερη από τις προηγούμενες γενιές συνταξιούχων; Αναμφίβολα, η ποιότητα ζωής που απαιτεί πλέον ένας συνταξιούχος είναι πολύ υψηλότερη από τον κατώτατο μισθό, πόσω μάλλον από την πενιχρή κατώτατη σύνταξη. Είναι γι' αυτό που δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις.
Πού θα βρεθούν τα λεφτά;
Και εδώ είναι η ουσία. Ενώ όλοι μιλάνε για κατώτατη σύνταξη, δεν έχω ακούσει ακόμη από πού θα βρεθούν τα λεφτά, αλλά και τι πρόνοιες θα ληφθούν ώστε να μην καταλήξουμε με ακόμη μια στρατιά χαμηλοσυνταξιούχων που είναι τώρα προς εκκόλαψη. Πιστεύει κανείς πραγματικά πως θα μπορούσε να λυθεί το πρόβλημα με μια αύξηση στις ασφαλιστικές εισφορές; Και μέχρι πού θα μπορούσαν να φτάσουν οι αυξήσεις και τι συνέπειες θα έχει αυτό για το κόστος των εργαζομένων, την ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων και την κατανάλωση;
Δέχεται το κράτος να πιστώνει το ίδιο τις κοινωνικές ασφαλίσεις των χαμηλόμισθων, ώστε να εξασφαλίζει πως τουλάχιστον θα έχουν κατώτατη σύνταξη κοντά στον κατώτατο μισθό; Και αν ναι, από πού θα περικόψει δαπάνες; Θα αγγίξει το ιερό κρατικό μισθολόγιο, τις πολλαπλές ή προνομιακές συντάξεις των κρατικών αξιωματούχων ή θα θέσει ταβάνι στις δαπάνες ώστε να διασφαλίσει την ευημερία των συνταξιούχων;
Αλλά για ποιους συνταξιούχους μιλάμε χωρίς ένα περιουσιολόγιο που να δείχνει την πραγματική εικόνα; Υπάρχουν και χαμηλοσυνταξιούχοι με σημαντικές καταθέσεις και ακίνητη περιουσία μεγάλης αξίας. Θα τους επιδοτήσει και αυτούς ο φορολογούμενος, ώστε οι κληρονόμοι να βρεθούν με μια μεγάλη και αφορολόγητη διαθήκη; Ή μήπως είναι έτοιμο το κράτος να προσφέρει ένα πρόγραμμα παρόμοιο με το «Ενοίκιο έναντι Δόσης», όπου αντί για δόση ο χαμηλοσυνταξιούχος θα λαμβάνει συμπλήρωμα της σύνταξης, παραχωρώντας στο κράτος την πρώτη του κατοικία; Αντέχει ο δημόσιος διάλογος αυτές τις αλήθειες ή είναι καλύτερα να μιλάμε για το συνταξιοδοτικό με όρους καλής νεράιδας και λεφτόδεντρου;
Ή μήπως είναι καλύτερα να σιωπήσουμε, όπως θα επιθυμούσε ο εκάστοτε υπουργός; Να πανηγυρίσουμε σε τελετές για μια κάποια μικρή αύξηση ή κάποιο «δώρο» πασχαλινό ή χριστουγεννιάτικο και να μην αγγίξουμε καν την ανάγκη για δεύτερο και τρίτο πυλώνα συνταξιοδότησης; Να προσποιηθούμε πως οι συντάξεις είναι ικανοποιητικές και, για όσους δεν είναι, την ευθύνη την έχουν μόνο οι ίδιοι; Να πούμε πως το λύσαμε και αυτό και πάμε παρακάτω;
Γιατί όχι, θα μου πείτε; Ούτε η πρώτη ούτε και η τελευταία φορά θα είναι. Να αποσιωπήσουμε και αυτό το πρόβλημα και να το σπρώξουμε λίγο παρακάτω;







