Ανεπαρκή ως προς την κλίμακα και τη στόχευσή τους χαρακτηρίζει ο Δημοκρατικός Συναγερμός τα κυβερνητικά μέτρα για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης, υποστηρίζοντας ότι η υφιστάμενη πολιτική δεν ανταποκρίνεται στη σύνθεση και το μέγεθος του προβλήματος.
Σε ανακοίνωση του Συμβουλίου Παρακολούθησης Κυβερνητικού, ο ΔΗΣΥ, απαντώντας σε ανακοίνωση του Υπουργείο Εσωτερικών, σημειώνται ότι δεν αμφισβητεί την ύπαρξη μέτρων ούτε την κατεύθυνσή τους, ωστόσο θέτει ζήτημα επάρκειας και αποτελεσματικότητας. Όπως αναφέρει, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν υπάρχουν παρεμβάσεις, αλλά κατά πόσον αυτές είναι «επαρκώς κλιμακωμένες» και «στοχευμένες» στα πραγματικά χαρακτηριστικά της στεγαστικής κρίσης.
Στο επίκεντρο της κριτικής του κόμματος βρίσκεται η απαίτηση για μεγαλύτερη τεχνοκρατική τεκμηρίωση της στεγαστικής πολιτικής. Ο ΔΗΣΥ καλεί το Υπουργείο Εσωτερικών να δημοσιοποιήσει τις τεχνοοικονομικές μελέτες στις οποίες, όπως το ίδιο δηλώνει, βασίζονται οι παρεμβάσεις του. Ζητά συγκεκριμένα στοιχεία για την επίσημη πρόβλεψη ζήτησης κατοικιών, το υφιστάμενο οικιστικό απόθεμα ανά κατηγορία και επαρχία, καθώς και εκτιμήσεις για το κενό μεταξύ προσφοράς και ζήτησης.
Κατά τον ΔΗΣΥ, χωρίς αυτά τα δεδομένα η στεγαστική κρίση «αντιμετωπίζεται στα τυφλά», ενώ ο δημόσιος διάλογος περιορίζεται σε ανακοινώσεις αντί να εστιάζει στην ουσία των αποτελεσμάτων.
Το κόμμα τεκμηριώνει την κριτική του επικαλούμενο στοιχεία από τον Δείκτη Τιμών Κατοικιών της Κεντρικής Τράπεζας, σημειώνοντας ότι ο ρυθμός αύξησης του κόστους απόκτησης στέγης επιταχύνθηκε από 5% το τρίτο τρίμηνο του 2025 σε 7,1% το τέταρτο τρίμηνο. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αύξηση των τιμών διαμερισμάτων, που ανήλθε στο 9,6%, σημαντικά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και αισθητά πάνω από τις αυξήσεις στις κατοικίες.
Σύμφωνα με την ανάλυση του ΔΗΣΥ, το πρόβλημα δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε εξωγενείς παράγοντες, όπως το ενεργειακό κόστος ή ο πληθωρισμός. Αντίθετα, αποδίδεται σε εγχώριες διαρθρωτικές πιέσεις, όπως η αυξημένη ζήτηση από ξένους επενδυτές, η ανάπτυξη τουριστικών και βραχυχρόνιων μισθώσεων, αλλά και οι ιδιαίτερες συνθήκες στις παραλιακές πόλεις.
Το κόμμα εκτιμά ότι η μεγαλύτερη πίεση εντοπίζεται ακριβώς στο τμήμα της αγοράς που αφορά την προσιτή στέγη, δηλαδή τα διαμερίσματα που απευθύνονται σε νέους, νεαρά ζευγάρια και τη μεσαία τάξη. Στο πλαίσιο αυτό, υποστηρίζει ότι από τις περίπου 2.500 νέες κατοικίες που προωθούνται μέσω κυβερνητικών σχεδίων, μόνο 400 χαρακτηρίζονται ως προσιτές, στοιχείο που –κατά τον ΔΗΣΥ– αποδεικνύει αναντιστοιχία μεταξύ των μέτρων και των πραγματικών αναγκών της αγοράς.
Παράλληλα, ο ΔΗΣΥ επαναφέρει στο προσκήνιο τη δική του δέσμη προτάσεων υπό τον τίτλο «Προσιτή Στέγη και Προσιτό Ενοίκιο», η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ενιαία στεγαστική πολιτική με κεντρικό συντονισμό, αναβάθμιση του Κυπριακού Οργανισμού Ανάπτυξης Γης (ΚΟΑΓ), ενίσχυση των πολεοδομικών κινήτρων, ενεργοποίηση κενών ακινήτων και ισχυρότερα κίνητρα προς νεαρά ζευγάρια για αγορά ή ανακαίνιση κατοικιών.
Ως βασική νέα πρόταση, το κόμμα εισηγείται τη θεσμοθέτηση ετήσιας «Έκθεσης Στεγαστικού Κενού», η οποία θα λειτουργεί με μετρήσιμους δείκτες απόδοσης (KPIs) και θα παρουσιάζει δημόσια δεδομένα για τη ζήτηση κατοικιών, το διαθέσιμο απόθεμα, το έλλειμμα προσφοράς και την αποτελεσματικότητα κάθε κρατικού μέτρου.
Καταλήγοντας, ο ΔΗΣΥ προειδοποιεί ότι εάν η στεγαστική κρίση δεν αντιμετωπιστεί με πιο στοχευμένο σχεδιασμό, κινδυνεύει να εξελιχθεί όχι μόνο σε κοινωνικό πρόβλημα, αλλά και σε παράγοντα που θα επηρεάσει τη δημογραφική πολιτική, την κινητικότητα και εν τέλει την ίδια την αναπτυξιακή πορεία της κυπριακής οικονομίας.







