Η Κύπρος καταγράφει ψηλούς δείκτες κατά κεφαλήν ΑΕΠ, όπως δείχνουν στοιχεία που δημοσίευσε την Τετάρτη η Eurostat, πλησιάζοντας το μέσο όρο στην ΕΕ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, το κατά κεφαλήν ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ), ένα μέτρο της οικονομικής δραστηριότητας, παρουσίασε σημαντικές διαφορές σε ολόκληρη την ΕΕ. 10 χώρες της ΕΕ κατέγραψαν κατά κεφαλήν ΑΕΠ πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, με τα υψηλότερα επίπεδα στο Λουξεμβούργο (139% πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ), την Ιρλανδία (138%) και τις Κάτω Χώρες (33%).
Οι Κάτω Χώρες, η Δανία, η Αυστρία, η Γερμανία, το Βέλγιο, η Σουηδία, η Μάλτα και η Φινλανδία ήταν οι άλλες χώρες της ΕΕ με κατά κεφαλήν ΑΕΠ πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η Κύπρος, η Γαλλία, η Ιταλία, η Τσεχία και η Ισπανία είχαν κατά κεφαλήν ΑΕΠ λιγότερο από 10% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ η Σλοβενία, η Λιθουανία, η Πορτογαλία και η Πολωνία είχαν κατά κεφαλήν ΑΕΠ που ήταν μεταξύ 10% και 20% κάτω από τον μέσο όρο. Η Εσθονία, η Κροατία, η Ρουμανία, η Ουγγαρία, η Σλοβακία και η Λετονία είχαν κατά κεφαλήν ΑΕΠ που ήταν μεταξύ 20% και 30% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Στην Κύπρο, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ανέρχεται στο 98% του μέσου όρου της ΕΕ από 99% το 2024.
Το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ καταγράφηκε στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία (32% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ), ακολουθούμενες από τη Λετονία (29%).
Πραγματική ατομική κατανάλωση
Το 2025, η πραγματική ατομική κατανάλωση (AIC) κατά κεφαλήν, εκφρασμένη σε μοντέλο αγοραστικής δύναμης (PPS), κυμαινόταν από 73% έως 145% του μέσου όρου της ΕΕ στις 27 χώρες της ΕΕ.
8 χώρες της ΕΕ κατέγραψαν κατά κεφαλήν ΑΕΠ πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Τα υψηλότερα επίπεδα καταγράφηκαν στο Λουξεμβούργο (45% πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ), στη Γερμανία (20%) και στις Κάτω Χώρες (19%).
Οι υπόλοιπες 19 χώρες της ΕΕ έπεσαν κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, με τα χαμηλότερα επίπεδα να καταγράφονται στην Ουγγαρία και τη Λετονία (27% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ) και στην Εσθονία (26%).
Στην Κύπρο, η μέση κατά κεφαλήν δαπάνη ανέρχεται στο 98% του μέσου όρου της ΕΕ, όσο και το 2024.







