Η εσωτερική δημοσκόπηση του ΔΗΣΥ, τα αποτελέσματα της οποίας σε γενικές γραμμές δημοσιοποίησε ο «Φιλελεύθερος» και αποκάλυψε με πίνακες χθες ο «Πολίτης», δεν καθορίζουν από τώρα τις προεδρικές εκλογές του 2028. Φωτίζουν, όμως, τη βασική πολιτική εξίσωση που αρχίζει να διαμορφώνεται.
Η Αννίτα Δημητρίου εμφανίζεται ως η ισχυρότερη επιλογή του ΔΗΣΥ και η μοναδική από τα πρόσωπα που μετρήθηκαν η οποία καταφέρνει να περάσει στον δεύτερο γύρο. Στο σενάριο με αντιπάλους τον Ανδρέα Μαυρογιάννη και τον Νίκο Χριστοδουλίδη, ο Μαυρογιάννης προηγείται με 30%, η Αννίτα Δημητρίου ακολουθεί με 26% και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας περιορίζεται στο 24%. Με υποψηφίους του ΔΗΣΥ τον Αβέρωφ Νεοφύτου (15%) ή τον Γιώργο Παμπορίδη (14%), ο Νίκος Χριστοδουλίδης περνά στον δεύτερο γύρο με διψήφια διαφορά (28%).
Η μέτρηση βέβαια καταγράφει τάσεις της στιγμής. Δεν μπορεί να προβλέψει τις εξελίξεις στην οικονομία, στο Κυπριακό, τη φθορά της κυβέρνησης, τις συμμαχίες που θα διαμορφωθούν μέχρι το 2028 και τέλος τον τρόπο που η Κοινή Γνώμη θα αντιμετωπίσει την πρώτη υποψηφιότητα γυναίκας για την Προεδρία της Δημοκρατίας. Η δημοσκόπηση αναδεικνύει, ωστόσο, ότι η μάχη για τη δεύτερη θέση μπορεί να εξελιχθεί σε αναμέτρηση ανάμεσα στην πρόεδρο του ΔΗΣΥ και στον Νίκο Χριστοδουλίδη, με τον υποψήφιο της Κεντροαριστεράς να αποκτά ισχυρές πιθανότητες πρόκρισης. Σε αυτό το σενάριο, το ΔΗΚΟ θα μπορούσε να κρατά το «κλειδί» στον χώρο της Κεντροδεξιάς, χωρίς να παραγνωρίζονται κόμματα όπως η Άμεση Δημοκρατία, το ΑΛΜΑ και το Volt.
Το ΔΗΚΟ ρυθμιστής
Με ποσοστό περίπου 10% και οκτώ έδρες στη νέα Βουλή, το ΔΗΚΟ διατήρησε τη θέση του ως βασική δύναμη του Κέντρου. Μοιράζεται, πλέον, τον ρυθμιστικό ρόλο με το ΕΛΑΜ, το οποίο διαθέτει επίσης οκτώ έδρες. Παράλληλα, είναι το μοναδικό κοινοβουλευτικό κόμμα που συμμετέχει οργανωμένα στην κυβέρνηση Χριστοδουλίδη.
Η αριθμητική καθιστά το ΔΗΚΟ πολύτιμο για κάθε κεντροδεξιό υποψήφιο. Δεν σημαίνει, όμως, ότι η ηγεσία του μπορεί να παραδώσει αυτούσιο το σύνολο των ψήφων του σε όποιον αποφασίσει να στηρίξει. Στην υπό αναφορά δημοσκόπηση με το ΔΗΚΟ και το ΕΛΑΜ στο πλευρό του Νίκου Χριστοδουλίδη ακόμα και από τον πρώτο γύρο, ο νυν Πρόεδρος Χριστοδουλίδης με 26% χάνει και από την Αννίτα (27%) και τον Μαυρογιάννη (34%) μένοντας εκτός δευτέρου γύρου. Ο Νίκος Χριστοδουλίδης με 27% μένει εκτός β΄ γύρου και με αντίπαλο τον Στέφανο Στεφάνου που παίρνει 28% και βρίσκει απέναντί του την Αννίτα, επίσης με 28%.
Τι θα μπορούσε να κάνει σε περίπτωση που η επιλογή του είναι ο Νίκος Χριστοδουλίδης αλλά μείνει εκτός; Υπάρχει βεβαίως και ο δεύτερος γύρος αλλά το πραγματικό ερώτημα για το ΔΗΚΟ αφορά κυρίως στον πρώτο γύρο και δεν έχει να κάνει με το ποιος από τους Αννίτα- Χριστοδουλίδη μπορεί να κερδίσει. Το πολιτικό ερώτημα είναι τι θέλει να γίνει το ΔΗΚΟ την επόμενη δεκαετία. 'Ενα κόμμα που προετοιμάζει δική του προεδρική διεκδίκηση ή ένας σταθερός εταίρος της ευρύτερης Κεντροδεξιάς;
Ο Χριστοδουλίδης έχει τα υπουργεία
Η στήριξη του Νίκου Χριστοδουλίδη φαίνεται αυτή τη στιγμή ως η επικρατέστερη, εκτός κι αν οι δεκάδες δημοσκοπήσεις που αναμένεται να ακολουθήσουν τους επόμενους μήνες ανατρέψουν αυτή την επιλογή. Ο Νίκος Χριστοδουλίδης αποτελεί την επιλογή της συνέχειας, το ΔΗΚΟ επένδυσε στην υποψηφιότητά του το 2023, συνέβαλε αποφασιστικά στην εκλογή του και συμμετέχει στην κυβέρνησή του. Ένας ανασχηματισμός με ακόμα πιο ενισχυμένη παρουσία του κόμματος θα προσφέρει περισσότερους κυβερνητικούς ρόλους, πρόσβαση στην Εκτελεστική Εξουσία και τη δυνατότητα να παρουσιάσει συγκεκριμένα αποτελέσματα στους ψηφοφόρους του. Δημοσιεύματα αναφέρουν ότι έχει αναγνωριστεί από το Προεδρικό ο αναβαθμισμένος ρόλος του ΔΗΚΟ και η ανάγκη για μεγαλύτερη συμμετοχή του στην παραγωγή πολιτικής. Το πρόβλημα είναι ότι τα υπουργεία δεν θεραπεύουν αυτομάτως την πολιτική σχέση.
Το τελευταίο διάστημα, ο Νικόλας Παπαδόπουλος έχει επανειλημμένα θέσει θέμα συντονισμού, ενημέρωσης και ουσιαστικής συμμετοχής του ΔΗΚΟ στις αποφάσεις. Κομματικές πηγές περιέγραψαν ακόμη και ως υπεροπτική τη συμπεριφορά του Προέδρου απέναντι στη Γραμματεία του κόμματος, ενώ καταγράφηκε έντονη δυσαρέσκεια για τον τρόπο λειτουργίας της συγκυβέρνησης.
Η ανάγνωση που γίνεται στο ΔΗΚΟ είναι ότι ο Νίκος Χριστοδουλίδης θεωρούσε επί μακρόν πως, αργά ή γρήγορα, θα μπορούσε να εξασφαλίσει τη κομματική στήριξη του ΔΗΣΥ. Αυτό περιόριζε την ανάγκη του να αντιμετωπίζει το ΔΗΚΟ ως ισότιμο πολιτικό εταίρο. Είναι ενδεικτικό ότι, ακόμη και στις συζητήσεις για τον ανασχηματισμό, το Προεδρικό έδειξε ιδιαίτερη προσοχή στη διατήρηση προσώπων που διαθέτουν ερείσματα στον συναγερμικό χώρο, καθώς οι ψήφοι του ΔΗΣΥ παραμένουν βαρόμετρο για το 2028.
Το ΔΗΚΟ οφείλει, επομένως, να αναρωτηθεί τι θα συμβεί μετά την επανεκλογή, αν υπάρξει βέβαια επανεκλογή Χριστοδουλίδη. Οι πρόσθετοι υπουργοί σήμερα μπορεί να λειτουργήσουν ως πολιτική προκαταβολή για τη στήριξη του 2028. Μόλις, όμως, ο Χριστοδουλίδης εξασφαλίσει δεύτερη θητεία, η διαπραγματευτική ανάγκη του απέναντι στο ΔΗΚΟ θα μειωθεί. Η συμπεριφορά για την οποία διαμαρτυρήθηκε επανειλημμένα ο Νικόλας Παπαδόπουλος ενδέχεται να επανέλθει, αυτή τη φορά χωρίς το κίνητρο μιας νέας επανεκλογής.
Υπάρχει όμως και ένα ισχυρό στρατηγικό πλεονέκτημα. Ο Χριστοδουλίδης μπορεί να διεκδικήσει μόνο ακόμη μία συνεχόμενη θητεία, καθώς το Σύνταγμα περιορίζει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας σε δύο συνεχόμενες θητείες. Μια επανεκλογή του το 2028 θα αφήσει ανοικτή την Προεδρία το 2033. Αν το ΔΗΚΟ και ο Νικόλας Παπαδόπουλος σχεδιάζουν δική τους υποψηφιότητα το 2033, ο Χριστοδουλίδης είναι, παρά τις δυσκολίες της συνεργασίας, ο υποψήφιος που δεν μπορεί να σταθεί απέναντί τους στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Ισως να αποδεικνυόταν και ένας καλός συνεργάτης.
Το «αγκάθι» του ΕΛΑΜ
Η παραμονή στο στρατόπεδο Χριστοδουλίδη φέρνει ωστόσο το ΔΗΚΟ αντιμέτωπο με τον παράγοντα ΕΛΑΜ. Τα δύο κόμματα διαθέτουν πλέον τον ίδιο αριθμό εδρών αλλά κινούνται σε διαφορετική εκλογική τροχιά. Το ΕΛΑΜ έχει ήδη διεισδύσει σε τμήματα του παραδοσιακού, εθνικά ευαίσθητου ακροατηρίου του ΔΗΚΟ και φιλοδοξεί να εδραιωθεί ως η ισχυρότερη δύναμη δεξιότερα του ΔΗΣΥ.
Χωρίς τη στήριξη της Πινδάρου, ο Νίκος Χριστοδουλίδης θα χρειαστεί ψήφους τόσο από το Κέντρο όσο και από τη Δεξιά και την Άκρα Δεξιά. Αυτό θα ωθήσει το ΔΗΚΟ σε μια αναγκαστική εκλογική συνύπαρξη ή ακόμη και σε επιμέρους τακτικές συμπλεύσεις με το ΕΛΑΜ.
Για το ΔΗΚΟ, αυτή είναι μια επικίνδυνη σχέση. Το ΕΛΑΜ δεν είναι απλώς ένας πιθανός συνεργάτης. Είναι και άμεσος ανταγωνιστής για τους ίδιους ψηφοφόρους. Κάθε κίνηση που νομιμοποιεί ή αναβαθμίζει τον ρόλο του μπορεί να ενισχύσει περαιτέρω την εκλογική του διείσδυση εις βάρος του ΔΗΚΟ, ιδιαίτερα αν ο Νίκος Χριστοδουλίδης το χρειαστεί από τον πρώτο γύρο, οπότε θα αναγκαστεί να δώσει στον Χρίστο Χρίστου γην και ύδωρ.
Στρατηγική συμμαχία με Αννίτα
Η επιλογή της Αννίτας Δημητρίου προσφέρει μια διαφορετική προοπτική που έχει να κάνει με τη συγκρότηση ενός ευρύτερου κεντροδεξιού πόλου με βασικούς πυλώνες τον ΔΗΣΥ και το ΔΗΚΟ, χωρίς να εξαρτάται από μια προνομιακή σχέση με το ΕΛΑΜ.
Το ΔΗΚΟ, πέρα από την προεδρία της Βουλής, θα μπορούσε να διαπραγματευτεί εξαρχής μια προγραμματική συμφωνία για το Κυπριακό, την οικονομία, την κοινωνική πολιτική και τη συμμετοχή στην κυβέρνηση. Θα γινόταν συνιδρυτής μιας νέας πολιτικής πλειοψηφίας και όχι απλώς εταίρος ενός επανεκλεγμένου Προέδρου. Παράλληλα, μια τέτοια συμμαχία θα του επέτρεπε να επανατοποθετηθεί μέσα στον παραδοσιακό κεντροδεξιό χώρο και να ανακόψει τις διαρροές προς το ΕΛΑΜ, κάτι το οποίο επιθυμεί διακαώς και ο ΔΗΣΥ.
Η επιλογή, όμως, ενδέχεται να έχει σοβαρό κόστος. Αν η Αννίτα Δημητρίου εκλεγεί το 2028 και επιδιώξει δύο θητείες, μπορεί να κυριαρχήσει στον χώρο μέχρι το 2038. Το ΔΗΚΟ θα συμμετέχει σε μια ισχυρή συμμαχία αλλά θα δυσκολευτεί να διεκδικήσει την Προεδρία το 2033, αν αυτό βρίσκεται στους σχεδιασμούς του.
Επιπλέον, ο ΔΗΣΥ είναι πολύ μεγαλύτερο κόμμα και υπάρχει ο κίνδυνος να απορροφήσει πολιτικά τον μικρότερο εταίρο. Η Αννίτα Δημητρίου διαθέτει ήδη κεντρώα χαρακτηριστικά και δυνατότητα απευθείας επικοινωνίας με ψηφοφόρους του ΔΗΚΟ. Μια μακρόχρονη συνεργασία θα μπορούσε να προσφέρει στο κόμμα κυβερνητική σταθερότητα αλλά να αποδυναμώσει τη διακριτή του ταυτότητα.
Η επιλογή εξαρτάται από το 2033
Νομοτελειακά το δίλημμα του ΔΗΚΟ δεν αφορά μόνο το 2028. Αφορά πρωτίστως το 2033.
Αν το κόμμα θέλει να διεκδικήσει τότε την Προεδρία με δικό του υποψήφιο, ο Νίκος Χριστοδουλίδης είναι η πιο βολική στρατηγική επιλογή. Θα προσφέρει κυβερνητική συμμετοχή για ακόμη μία θητεία και στη συνέχεια θα αποχωρήσει από την προεδρική εξίσωση.
Το τίμημα είναι ότι το ΔΗΚΟ θα πρέπει να ανεχθεί μια άνιση σχέση, να συνδεθεί πλήρως με τη φθορά της κυβέρνησης και να συνυπάρξει πολιτικά με ένα ΕΛΑΜ που απειλεί ευθέως την εκλογική του βάση.
Αν, αντίθετα, το ΔΗΚΟ δεν σχεδιάζει προεδρική διεκδίκηση το 2033, η Αννίτα Δημητρίου προσφέρει μια πιο καθαρή και μακροπρόθεσμη στρατηγική που σε βάθος χρόνου θα οδηγήσει στη δημιουργία μιας συμπαγούς Κεντροδεξιάς, με μικρότερη εξάρτηση από την Άκρα Δεξιά και με σαφέστερη προγραμματική βάση.
Η τελική απόφαση θα αποκαλύψει τι πραγματικά επιδιώκει το ΔΗΚΟ. Αν ο Νικόλας Παπαδόπουλος δεν έχει στο μυαλό του τις Προεδρικές του 2033, η απόφαση είναι μάλλον πιο εύκολη από ό,τι φαίνεται.






