*Δρος Στέλιου Πλατή
Η δημόσια συζήτηση που άνοιξε τις τελευταίες μέρες, με αφορμή το πόρισμα για το «Κράτος Μαφία», δεν αφορά μόνο πρόσωπα. Αφορά το είδος του κράτους που θέλουμε να παραδώσουμε στα παιδιά μας. Αφορά το αν η Κύπρος θα συνεχίσει να λειτουργεί ως χώρα όπου οι ισχυροί προστατεύονται, οι φάκελοι κλείνουν και οι πολίτες καλούνται να ξεχάσουν, ή αν επιτέλους θα γίνει μια κανονική ευρωπαϊκή Δημοκρατία, όπου κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου.
Ναι, ένα πόρισμα δεν είναι καταδίκη. Όμως ένα πόρισμα τέτοιας βαρύτητας δεν μπορεί να θαφτεί κάτω από κομματικές ανακοινώσεις, νομικίστικες υπεκφυγές ή θεσμικές σιωπές. Είναι αφετηρία ευθύνης. Είναι δοκιμασία για το κράτος δικαίου. Είναι μέτρο της ωριμότητας μιας κοινωνίας που πρέπει να αποδείξει ότι δεν είναι δομικά διεφθαρμένη.
Ως οικονομολόγος, επιμένω ότι η διαφθορά δεν είναι απλώς ένα ηθικό τραύμα. Είναι και βαθιά οικονομική πληγή. Καταστρέφει την ανταγωνιστικότητα, υπονομεύει τους θεσμούς, αυξάνει το κόστος λειτουργίας της οικονομίας και αποθαρρύνει τις σοβαρές επενδύσεις. Μπορεί κάποιοι επιτηδευμένα να παρουσιάζουν τη διαπλοκή ως «λάδωμα» των γραναζιών και ως τρόπο να προχωρούν γρηγορότερα οι δουλειές. Η αλήθεια είναι ακριβώς αντίθετη. Η διαφθορά δημιουργεί εξαρτήσεις, στρεβλά κίνητρα, γραφειοκρατία που συντηρείται για να πουλά εξυπηρέτηση, και ένα κράτος που δεν λειτουργεί με κανόνες αλλά με γνωριμίες.
Σε μια τέτοια οικονομία δεν κερδίζει ο καλύτερος. Κερδίζει όποιος είναι πιο κοντά στην εξουσία. Δεν επιβραβεύεται η καινοτομία, η παραγωγικότητα, η εξωστρέφεια ή η σοβαρή επιχειρηματικότητα. Επιβραβεύεται η πρόσβαση, η ομερτά και η συναλλαγή. Αυτό ακριβώς σκοτώνει την ανταγωνιστικότητα. Ο θεσμικός επενδυτής, ο σοβαρός επιχειρηματίας, ο νέος επιστήμονας που θέλει να δημιουργήσει, δεν αναζητά χώρα όπου πρέπει να ξέρει ποιον να καλέσει. Αναζητά χώρα όπου οι κανόνες είναι καθαροί, η δικαιοσύνη λειτουργεί, η δημόσια διοίκηση είναι προβλέψιμη και οι αποφάσεις δεν εξαρτώνται από πολιτική προστασία.
Η Κύπρος πλήρωσε ακριβά αυτή την παθογένεια. Την πλήρωσε με το κούρεμα, με την κατάρρευση εμπιστοσύνης, με τον διεθνή διασυρμό των «χρυσών» διαβατηρίων, με αυξημένο κόστος εποπτείας, με επιχειρήσεις που κουβαλούν τη ρετσινιά μιας χώρας που συνδέθηκε διεθνώς με ξέπλυμα και συγκρούσεις συμφέροντος. Την πληρώνουν οι εξωστρεφείς κυπριακές επιχειρήσεις όταν πρέπει να αποδεικνύουν ότι δεν είναι μέρος του προβλήματος. Την πληρώνουν οι νέοι που φεύγουν γιατί δεν πιστεύουν ότι εδώ η αξιοκρατία μπορεί να νικήσει το μέσο. Την πληρώνουν οι οικογένειες που βλέπουν τον πλούτο να συγκεντρώνεται γύρω από κλειστά δίκτυα εξουσίας.
Γι' αυτό το ζήτημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με επικοινωνιακή διαχείριση. Ούτε με μισόλογα. Ούτε με την κλασική κυπριακή συνταγή της θεσμικής κόπωσης: λίγος θόρυβος, μερικές δηλώσεις, μετά σιωπή, μετά λήθη. Και κάθε φορά που το κάναμε, η επόμενη κρίση επέστρεφε ακριβότερη, βαθύτερη και πιο ντροπιαστική για τον τόπο. Αυτή τη φορά δεν πρέπει να επιτρέψουμε να συμβεί το ίδιο.
Το ελάχιστο που απαιτείται είναι μια πλήρως ανεξάρτητη, αδιάβλητη, διαφανής και δίκαιη διαδικασία. Όχι δίκη στα τηλεοπτικά πάνελ. Όχι πολιτική εκδίκηση. Αλλά ούτε και συγκάλυψη στο όνομα της σταθερότητας. Σταθερότητα χωρίς λογοδοσία είναι απλώς ακινησία της παρακμής.
Το τεκμήριο της αθωότητας είναι θεμέλιο του κράτους δικαίου. Ακριβώς γι' αυτό, η κοινωνία οφείλει να απαιτήσει διαδικασία που να μην αφήνει καμία σκιά: ούτε σκιά μεροληψίας, ούτε σκιά σύγκρουσης συμφέροντος, ούτε σκιά πολιτικής παρέμβασης. Όταν η ίδια η αξιοπιστία των θεσμών βρίσκεται στο εδώλιο της δημόσιας συνείδησης, ο χειρισμός τέτοιων υποθέσεων δεν μπορεί να γίνεται με τρόπο που να γεννά εύλογες υποψίες. Χρειάζεται θεσμική καθαρότητα. Χρειάζεται ανεξάρτητη διερεύνηση και, όπου προκύπτει, δίκαιη και αμερόληπτη δίκη.
Η ευθύνη όμως δεν ανήκει μόνο στους θεσμούς. Ανήκει και στους πολίτες. Η διαφθορά αντέχει όταν η κοινωνία κουράζεται, όταν πείθεται ότι «όλοι είναι ίδιοι», όταν παραιτείται από την απαίτηση για αλήθεια. Αυτό είναι το πιο βολικό άλλοθι για το σύστημα: ο κυνισμός. Γιατί ο κυνικός πολίτης δεν αντιδρά. Δεν ψάχνει. Δεν απαιτεί. Δεν τιμωρεί πολιτικά. Έτσι η ατιμωρησία γίνεται κανονικότητα.
Δεν έχουμε αυτή την πολυτέλεια. Η Κύπρος είναι μικρή χώρα, με περιορισμένο πολιτικό και οικονομικό κεφάλαιο. Κάθε σκάνδαλο δεν μένει εντός συνόρων. Γίνεται είδηση, γίνεται ρίσκο, γίνεται κόστος, γίνεται χαμένη ευκαιρία. Σε έναν κόσμο ανταγωνιστικό, όπου χώρες διεκδικούν επενδύσεις, ταλέντο και αξιοπιστία, η θεσμική καθαρότητα δεν είναι πολυτέλεια. Είναι όρος επιβίωσης.
Γι' αυτό δεν μπορούμε να αποδεχθούμε κουκούλωμα. Δεν μπορούμε να αποδεχθούμε επιλεκτική δικαιοσύνη. Δεν μπορούμε να αποδεχθούμε ότι οι ισχυροί δικαιούνται άλλη μεταχείριση από τον απλό πολίτη. Επιβάλλεται να απαιτήσουμε πλήρη διαφάνεια και πραγματική λογοδοσία.
Δεν πρόκειται για εκδίκηση. Πρόκειται για το μέλλον της πατρίδας μας. Για την οικονομία που θα έχουμε. Για τις δουλειές που θα δημιουργηθούν ή θα χαθούν. Για τα παιδιά μας, που δικαιούνται να μεγαλώσουν σε μια χώρα όπου η αξιοσύνη μετρά περισσότερο από τη διασύνδεση.
Η Δημοκρατία δεν κινδυνεύει από τις φωνές διαμαρτυρίας. Κινδυνεύει από τη σιωπή. Και αυτή τη φορά, η σιωπή θα είναι συνενοχή.
*Διδάκτορος Χρηματοοικονομικών και Μακροοικονομίας του Cambridge







