Με αφορμή την πιο πρόσφατη δημόσια συζήτηση που προέκυψε μετά το σχετικό δημοσίευμα των Financial Times για την πρόθεση/απειλή της Τεχεράνης να πλήξει στόχους στην Ευρώπη, ανατρέξαμε στο αμέσως προηγούμενο αντίστοιχο περιστατικό του περασμένου Ιουλίου. Τότε, κάποια διεθνή ειδησιογραφικά πρακτορεία, αλλά και ελληνόφωνα ΜΜΕ, είχαν ερμηνεύσει μια συνομιλία των ΥΠΕΞ της Κύπρου και του Ιράν, ως συγκεκαλυμμένη προειδοποίηση προς την πλευρά μας. Ειδικά επειδή συνέπεσε με τη συνομιλία των ΥΠΕΞ Τεχεράνης και Σόφιας, όταν η τελευταία παραχώρησε άδεια χρήσης από τις ΗΠΑ της βάσης Bezmen, για τη στάθμευση αμερικανικών πολεμικών αεροσκαφών και η Τεχεράνη αντέδρασε με σχετικά διαβήματα.
Τι έγινε, όμως, την ίδια εκείνη μέρα μεταξύ Λευκωσίας και Τεχεράνης; Με βάση το ανακοινωθέν Τύπου του ημιεπίσημου πρακτορείου ειδήσεων της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, ISNA, ημερομηνίας 30 Ιουλίου 2026, οι υπουργοί Εξωτερικών της Κύπρου και του Ιράν είχαν απογευματινή τηλεφωνική επικοινωνία εκείνη την Πέμπτη, μετά από πρωτοβουλία της πλευράς μας.
Η πρώτη πρόταση στο κυρίως κείμενο του υπό αναφορά ανακοινωθέντος, που ακολουθεί τα εισαγωγικά σχόλια περί ανταλλαγής απόψεων επί των διμερών και περιφερειακών ζητημάτων, αναφέρεται στην έμφαση που προσέδωσε ο Ιρανός ΥΠΕΞ στη σημασία της αποτροπής της κακής χρησιμοποίησης ξένων βάσεων στην Κύπρο από εχθρικές προς το Ιράν δυνάμεις (Iran’s Foreign Minister emphasized during the conversation the importance of preventing hostile forces from misusing foreign bases stationed in Cyprus against Iran).
Η δεύτερη πρόταση του ανακοινωθέντος αναφέρεται στη δέσμευση της πλευράς μας στις αρχές του διεθνούς δικαίου και της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών, και ακολούθως διαβεβαιώνει, στη βάση επικοινωνίας της Κύπρου με τη Βρετανική Κυβέρνηση, την μη χρήση των Βάσεων εναντίον οποιουδήποτε κράτους, συμπεριλαμβανομένου και του Ιράν.
Αντίστοιχο λεκτικό, αλλά κάπως διαφοροποιημένο, χρησιμοποίησε και το ιρανικό πρακτορείο WANA, στη δική του ανακοίνωση της ίδιας ημερομηνίας, όπως και το ΚΥΠΕ, καθώς και οι σχετικές αναρτήσεις στον Τύπο και στα ΜΚΔ. Ενδιαφέρον, βέβαια, παρουσιάζει και η απουσία προβεβλημένης ανακοίνωσης της υπό αναφορά συνομιλίας από το γνωστό πρακτορείο FARS, που συνδέεται με τα πιο σκληροπυρηνικά στοιχεία του καθεστώτος της Τεχεράνης, και που είχε επιλέξει να προβάλλει, τον περασμένο Μάρτιο, τις δημόσιες διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις που έγιναν στην Κύπρο κατά των Βρετανικών Βάσεων.
Μέχρις εδώ όλα αναμενόμενα και «φυσιολογικά», αφού βλέπουμε δυο χώρες που διατηρούν διπλωματικές σχέσεις και επικοινωνία σε υψηλό διακυβερνητικό επίπεδο και δυο ΥΠΕΞ να κάνουν τη δουλειά τους, όπως είθισται, και να τη δημοσιοποιούν με στόχο τη διατήρηση της ομαλότητας όπως επιβάλλουν οι τρέχουσες συνθήκες, που μόνο ειρηνικές δεν είναι για τη Μέση Ανατολή.
Άλλωστε, αυτό γινόταν ανέκαθεν, σε διάφορα επίπεδα, μεταξύ της Λευκωσίας και της Τεχεράνης. Και γινόταν, όχι λόγω της ιδιαίτερης συμπάθειας που τρέφουν το ένα καθεστώς για το άλλο, αφού η Λευκωσία είναι μια ευρωπαϊκή πλουραλιστική δημοκρατία και η Τεχεράνη μια θρησκευτικά συγκεκαλυμένη μιλιταριστική ολιγαρχία, που τα τελευταία τουλάχιστον χρόνια υπέθαλπε κάθε τι στρεβλό και εχθρικό προς τις αξίες μας, τόσο στη γειτονία μας όσο και εντός της Κύπρου. Γινόταν, κυρίως, λόγω της πραγματικής και ειλικρινούς συμπάθειας μεταξύ των δυο λαών. Γεγονός που κάνει, τουλάχιστον εμάς εδώ, να προσεγγίζουμε τη διαχείριση της σχέσης μας με την Τεχεράνη με ένα βαθμό γνήσια ρομαντικής «έγνοιας» και ειλικρινούς ανησυχίας για τα όσα βιώνει ο ταλαιπωρημένος ιρανικός λαός τα τελευταία 50-60 χρόνια από τους κάθε λογής δυνάστες του, από τον ανεκδιήγητο Σάχη μέχρι σήμερα.
Γινόταν, επίσης, σε μια προσπάθεια να καταλάβει το καθεστώς της Τεχεράνης ότι αν χάσουν και την Κύπρο, όπως έχασαν όλους τους υπόλοιπους σιγά-σιγά λόγω του πείσματός τους να διατηρηθούν επικεφαλής, έστω και αν η ισλαμική επανάσταση του 1980 έκλεισε τον κύκλο της, και να νέμονται την εξουσία και τον πλούτο της περήφανης αυτής χώρας εξάγοντας ανασφάλεια γύρω τους, η κατάσταση θα καταστεί εξαιρετικά απελπιστική για τους ιδίους.
Επειδή μπορεί οι εργολάβοι και οι λογιστές να ανησυχούν για τις «ξένες επενδύσεις που θα φύγουν» και οι ξενοδόχοι για τους «τουρίστες που δεν θα έρθουν» αν η Κύπρος ξαναγίνει στόχος, όπως έγινε τον περασμένο Μάρτιο, αλλά η Τεχεράνη θα έπρεπε να ανησυχεί περισσότερο από την τυχόν μετατόπιση της εποικοδομητικής θέσης που διατηρούμε σήμερα. Ας μην μπερδέψει, λοιπόν, η Τεχεράνη τη διπλωματική αβρότητα και την προσήλωσή μας στον διάλογο και στη διατήρηση της ειρήνης με την ετοιμότητά μας να διαλέξουμε πλευρά, αν ξανα-απειληθούμε ή ξαναγίνουμε στόχος πυραύλων και ντρόουν από οποιαδήποτε «παρατρεχάμενό» τους. Δεν θα ήταν προς το συμφέρον τους κάτι τέτοιο, αφού όπως απέδειξε και το «ατυχές» περιστατικό του περασμένου Απριλίου, η Κύπρος δεν είναι τόσο μόνη όσο ίσως να νόμιζε η Τεχεράνη ότι ήταν. Και οι κινήσεις της Λευκωσίας δεν αρχίζουν και δεν τελειώνουν στις μεταξύ των υπουργών τηλεφωνικές συνομιλίες, αλλά προεκτείνονται σε ένα πλέγμα διεργασιών στον τομέα της ασφάλειας, που στόχο έχει τη διατήρηση της ειρήνης μέσω της δημιουργίας συσχετισμών αποτροπής και αυτοάμυνας, που δεν περιορίζονται μόνο σε παθητικές ενέργειες. Η Κύπρος τού σήμερα δεν είναι η Κύπρος του 1980, όπου μπορούσαν να «κυκλοφορούν» και να δρουν ανενόχλητοι οι κάθε λογής μιλιταριστές της Μέσης Ανατολής χωρίς συνέπειες. Ας το συγκρατήσουν αυτό όλοι…






