Οι ουκρανικές επιθέσεις σε διυλιστήρια πετρελαίου έχουν προκαλέσει νέα κρίση καυσίμων στη Ρωσία. Και σε αντίθεση με το προηγούμενο κύμα ελλείψεων, το οποίο άρχισε στα τέλη Μαΐου και διήρκεσε έως τα μέσα Ιουλίου, η σημερινή κρίση πλήττει ιδιαιτέρως τη Μόσχα και τις γύρω περιοχές, όπως προκύπτει από αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οι αλυσίδες πρατηρίων καυσίμων Gazprom Neft και Tatneft έχουν ήδη περιορίσει την πώληση καυσίμων στην πρωτεύουσα.
«Δεν μπορείς να πεις ότι δεν υπάρχουν καθόλου καύσιμα. Αλλά είναι προφανές ότι υπάρχει κρίση», λέει ο Όλεγκ Γκριγκορένκο, αρχισυντάκτης της ρωσικής ανεξάρτητης ειδησεογραφικής πύλης 7x7, την οποία η Ρωσία έχει χαρακτηρίσει «ξένο πράκτορα». Και όπως εξηγεί ο ίδιος, το γεγονός ότι μπορεί να φύγεις από την πόλη και δεν ξέρεις εάν θα μπορείς να επιστρέψεις «δεν είναι απλώς ένα προσωπικό πρόβλημα, αλλά και οικονομικό».
Ο Γκριγκορένκο αναφέρει ότι σε αρκετές περιοχές οδηγοί ταξί, υπηρεσίες ταχυμεταφορών και ο κατασκευαστικός κλάδος χάνουν μέρος της δουλειάς τους, καθώς πολλές από τις αλυσίδες εφοδιασμού τους εξαρτώνται από τα καύσιμα. Σύμφωνα με τοπικά μέσα ενημέρωσης, οι άνθρωποι αναγκάζονται επίσης να περιμένουν σε ουρές για ώρες στα πρατήρια καυσίμων στη νότια ρωσική περιφέρεια του Κρασνοντάρ. Οι αρχές αποδίδουν την κατάσταση σε μιαν υποτιθέμενη αύξηση της ζήτησης κατά την περίοδο των διακοπών.
Ωστόσο, πολλοί κάτοικοι λένε ότι η φετινή θερινή περίοδος είναι καταστροφική. Ο μεσίτης Ιγκόρ Ζακχαρτσένκο από το Σότσι έγραψε στο Instagram: «Με την ήρεμη ατμόσφαιρα και τους χαλαρούς ρυθμούς ζωής του, το Σότσι σήμερα θυμίζει την εποχή πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, όταν υπήρχαν ακόμη λίγα αυτοκίνητα στους δρόμους και η πόλη είχε πολύ λιγότερους παραθεριστές και κατοίκους. Αλλά το θέμα είναι το εξής: δεν υπάρχει βενζίνη στο Σότσι».
Καύσιμα κακής ποιότητας
Μιλώντας στον ρωσικό τηλεοπτικό σταθμό RTVI, ο Ίγκορ Ανάνσκικ, πρώτος αναπληρωτής πρόεδρος της επιτροπής ενέργειας του ρωσικού κοινοβουλίου, δήλωσε ότι αναμένει πως η κατάσταση στον εφοδιασμό με βενζίνη θα ομαλοποιηθεί μέσα σε δύο έως τρεις εβδομάδες.
Ο οικονομολόγος Νικολάι Κορζενέφσκι, πάντως, το θεωρεί απίθανο. Ο ίδιος έφυγε από τη Ρωσία σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τον πόλεμο εναντίον της Ουκρανίας και τώρα ζει στο εξωτερικό. Σε συνέντευξή του στην DW επισήμανε την επιδείνωση της ποιότητας των καυσίμων στη Ρωσία. Γνωστοί του τού είχαν στείλει φωτογραφίες από τα αυτοκίνητά τους, όπου εμφανίζονταν μηνύματα σφάλματος που υποδεικνύουν βλάβη στον κινητήρα εξαιτίας προσμείξεων στα καύσιμα.
«Το αυτοκίνητο δεν παίρνει μπροστά και πρέπει να πάει στο συνεργείο. Οι ίδιοι άνθρωποι μου λένε ότι τα συνεργεία έχουν λίστες αναμονής αρκετών μηνών, ακόμα και στη Μόσχα», λέει ο Κορζενέφσκι. «Και στη συνέχεια πρέπει να περιμένεις ξανά μήνες για ανταλλακτικά. Προφανώς ορισμένα οχήματα δεν αντέχουν τη βενζίνη που μπαίνει στα ρεζερβουάρ τους».
Ο ειδικός βλέπει τα συνεχιζόμενα προβλήματα στη βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου ως προάγγελο μιας πολύ μεγαλύτερης και παρατεταμένης κρίσης.
Οι εξαγωγές πετρελαίου της Ρωσίας έχουν μειωθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου περισσότερο από ποτέ άλλοτε, σύμφωνα με το Bloomberg News. Την ίδια στιγμή έχει μειωθεί και η παραγωγή πετρελαίου.
«Το 2019 η Ρωσία παρήγαγε 11,5 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα», λέει ο Κορζενέφσκι. «Σήμερα η παραγωγή είναι λιγότερα από 9 εκατομμύρια. Εάν συνεχιστεί αυτή η τάση και επιδεινωθούν τα προβλήματα στη διύλιση πετρελαίου, μπορεί να πέσει στα 8 εκατομμύρια βαρέλια. Και αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μιαν ολοκληρωτική οικονομική και συστημική κρίση».
Ο ειδικός δεν βλέπει καμία άμεση λύση σε αυτά τα προβλήματα. Στην πραγματικότητα, θεωρεί ότι η Ρωσία ακολουθεί μια πορεία παρόμοια με εκείνην της Βενεζουέλας, μιας οικονομίας στην οποία το εθνικό εισόδημα βρίσκεται σε χρόνια πτώση.
Οι εισαγωγές
Οι ρωσικές αρχές προτείνουν να αντιμετωπίσουν τις ελλείψεις καυσίμων με εισαγωγές από την Ινδία, την Κίνα ή άλλες χώρες. Όμως ο Βιάτσεσλαβ Σιριάεφ, Ρώσος οικονομικός δημοσιογράφος, που επίσης ζει πλέον στο εξωτερικό, επισημαίνει πως κάτι τέτοιο δεν είναι βιώσιμο.
Δεδομένης της σημερινής απομόνωσης της Ρωσίας, είναι αδύνατο να εξασφαλιστεί καθημερινός εφοδιασμός 200.000 τόνων καυσίμων – όση δηλαδή η ποσότητα βενζίνης και ντίζελ που χρειάζεται καθημερινά η Ρωσία. Ο Σιριάεφ, ο οποίος τάχθηκε δημόσια κατά του πολέμου στην Ουκρανία, βρίσκεται επίσης στον κατάλογο των λεγόμενων «ξένων πρακτόρων» των ρωσικών αρχών.
Ένας ακόμα Ρώσος οικονομολόγος που βρίσκεται σε αυτόν τον κατάλογο είναι ο Ίγκορ Λίπσιτς. Ο τελευταίος αναφέρει στην DW μία ακόμα πτυχή του ζητήματος: τα κατεστραμμένα διυλιστήρια δεν μπορούν να αποκατασταθούν γρήγορα και παραμένουν ευάλωτα σε νέες αεροπορικές επιθέσεις.
Γι’ αυτό, όπως λέει, οι αρχές περιορίζουν ήδη την κατανάλωση καυσίμων. Τα οχήματα των δημοτικών υπηρεσιών – στις υγειονομικές, διασωστικές, αστυνομικές και πυροσβεστικές υπηρεσίες – επιτρέπεται να παρακάμπτουν τις ουρές και να ανεφοδιάζονται. Το ίδιο ισχύει και για το προσωπικό ασφαλείας και άλλες αρχές.
Για τον ίδιο, οι σημερινές εξελίξεις στη Ρωσία θυμίζουν έντονα την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.
Ο Λίπσιτς λέει πως στη Ρωσία διαμορφώνεται ένα κλειστό σύστημα διανομής καυσίμων, το οποίο θα καταστήσει πολυτέλεια τη δυνατότητα να οδηγεί κανείς αυτοκίνητο.
Ντένις Κισινέφσκι/dw.com
Επιμέλεια: Γιώργος Πασσάς






