Η εικόνα των μη εξυπηρετούμενων δανείων στην Κύπρο έχει αλλάξει σημαντικά τα τελευταία χρόνια, αλλά η υποχώρηση των «κόκκινων» δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα έχει αντιμετωπιστεί στο σύνολό του. Το πρόβλημα έχει μετακινηθεί εκτός τραπεζικού συστήματος, στις Εταιρείες Εξαγοράς Πιστώσεων (ΕΕΠ), όπου το ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων παραμένει ιδιαίτερα υψηλό.
Ο τραπεζικός τομέας
Στις τράπεζες η εικόνα είναι σαφώς βελτιωμένη. Με βάση τα τελευταία συγκεντρωτικά στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας, με ημερομηνία αναφοράς την 31η Μαΐου 2026, οι συνολικές μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις περιορίστηκαν στα €830 εκατ., από €839 εκατ. στο τέλος του 2025 και €1,541 δισ. τον Δεκέμβριο του 2024. Η υποχώρηση σε σχέση με το τέλος του 2021, όταν τα ΜΕΔ ανέρχονταν σε €2,964 δισ., είναι ακόμη μεγαλύτερη.
Η εξέλιξη αποτυπώνεται και στον δείκτη ΜΕΔ. Στο τέλος Μαΐου 2026 τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αντιστοιχούσαν στο 1,6% των συνολικών χορηγήσεων, έναντι 3,1% στο τέλος του 2024, 3,7% στο τέλος του 2023 και 5,5% στο τέλος του 2021. Πρόκειται για επίπεδα που απέχουν σημαντικά από την εικόνα του τραπεζικού συστήματος πριν από μερικά χρόνια.
Παράλληλα, περιορίζεται και ο όγκος των δανείων με καθυστέρηση άνω των 90 ημερών. Τον Μάιο του 2026 διαμορφώθηκε στα €630 εκατ., από €647 εκατ. τον Δεκέμβριο του 2025 και €1,193 δισ. τον Δεκέμβριο του 2024. Τα δάνεια που έχουν αναδιαρθρωθεί ανέρχονταν σε €754 εκατ., εκ των οποίων €322 εκατ. εξακολουθούν να ταξινομούνται ως μη εξυπηρετούμενα.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι οι τράπεζες έχουν σε μεγάλο βαθμό απαλλάξει τους ισολογισμούς τους από το βάρος των παλαιών ΜΕΔ. Οι σωρευμένες προβλέψεις για μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις ανέρχονται σε €523 εκατ., ενώ ο δείκτης κάλυψης των ΜΕΔ από σωρευμένες προβλέψεις διαμορφώνεται στο 63%, από 59,9% στο τέλος του 2024 και 43,1% στο τέλος του 2021.
Οι ΕΕΠ
Ωστόσο, η σημαντική βελτίωση των τραπεζών πρέπει να διαβαστεί συνδυαστικά με μιαν άλλη εικόνα, αυτήν των Εταιρειών Εξαγοράς Πιστώσεων (ΕΕΠ). Εκεί βρίσκεται το μεγαλύτερο μέρος του παλαιού αποθέματος των «κόκκινων» δανείων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΚΤΚ για το πρώτο τρίμηνο του 2026, οι ΕΕΠ είχαν υπό διαχείριση δάνεια συνολικού συμβατικού υπολοίπου €19,607 δισ. στο τέλος Μαρτίου, έναντι €19,351 δισ. στο τέλος του 2025. Από το ποσό αυτό, τα €18,527 δισ. ήταν μη εξυπηρετούμενα, ενώ μόλις €1,080 δισ. ήταν εξυπηρετούμενα. Με άλλα λόγια, το 94,5% του συνόλου των δανείων υπό διαχείριση των ΕΕΠ ήταν ΜΕΔ.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο χαρακτηριστική εάν εξεταστεί η σύνθεση του χαρτοφυλακίου. Από τα €9,667 δισ. δανείων που αφορούν νοικοκυριά, τα €9,005 δισ. ήταν μη εξυπηρετούμενα. Στις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, από συνολικά €9,236 δισ., τα €8,833 δισ. ήταν ΜΕΔ. Στις λοιπές χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ανέρχονταν σε €689 εκατ. επί συνόλου €704 εκατ.
Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει τη βασική αντίφαση της σημερινής κατάστασης. Από τη μία πλευρά, το τραπεζικό σύστημα εμφανίζει πλέον χαμηλό δείκτη ΜΕΔ και ένα υπόλοιπο €830 εκατ., επίπεδο που είναι πολλαπλάσια χαμηλότερο από τα προηγούμενα χρόνια. Από την άλλη, ένα χαρτοφυλάκιο της τάξης των €18,5 δισ. σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια εξακολουθεί να βρίσκεται υπό τη διαχείριση των ΕΕΠ.
Η μεταφορά των δανείων από τις τράπεζες στις ΕΕΠ, επομένως, έχει αντιμετωπίσει σε μεγάλο βαθμό το πρόβλημα ως τραπεζικό ζήτημα, χωρίς όμως να έχει εξαφανίσει το πρόβλημα ως πρόβλημα χρέους.
Το ιδιωτικό χρέος
Το δάνειο που έφυγε από τον ισολογισμό μιας τράπεζας εξακολουθεί να υπάρχει ως υποχρέωση του δανειολήπτη και να χρειάζεται ρύθμιση, αναδιάρθρωση, εξόφληση ή άλλη οριστική λύση.
Αυτό προκύπτει με ιδιαίτερη σαφήνεια από τη διάρκεια και την έκταση του χαρτοφυλακίου των ΕΕΠ. Το συμβατικό υπόλοιπο των €18,527 δισ. αντιπροσωπεύει το κεφάλαιο που οφείλεται βάσει των συμβάσεων, ανεξάρτητα από το ποσό που ενδέχεται τελικά να ανακτηθεί.
Και ο αριθμός των δανειοληπτών παραμένει μεγάλος. Στο τέλος Μαρτίου 2026 οι ΕΕΠ είχαν συνολικά 64.381 δανειολήπτες, από τους οποίους 55.044 ήταν νοικοκυριά και 9.261 μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εικόνα των ακινήτων. Στο τέλος Μαρτίου οι ΕΕΠ είχαν στην κατοχή τους 8.014 ακίνητα, με συνολική αγοραία αξία περίπου €968 εκατ., έναντι 8.063 ακινήτων αξίας €952 εκατ. στο τέλος του 2025.
Η δραστική μείωση των ΜΕΔ στις τράπεζες είναι αναμφισβήτητα θετική εξέλιξη για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Οι τράπεζες έχουν μικρότερη έκθεση σε προβληματικά δάνεια, υψηλότερη κάλυψη μέσω προβλέψεων και μεγαλύτερη δυνατότητα να επικεντρωθούν στη χρηματοδότηση της οικονομίας.
Όμως, η παράλληλη διατήρηση ΜΕΔ ύψους €18,5 δισ. στις ΕΕΠ σημαίνει ότι το πρόβλημα είναι εδώ. Πρόσθετα επιβεβαιώνει ότι το πλαίσιο για τη διαχείριση των ΜΕΔ δεν επέτρεψε την οριστική ρύθμιση των προβληματικών δανείων.
Οι Εταιρείες Εξαγοράς Πιστώσεων λειτούργησαν τα τελευταία χρόνια ως μια βαλβίδα ασφαλείας για το τραπεζικό σύστημα και την οικονομία. Η μεταφορά των προβληματικών χαρτοφυλακίων έξω από τους ισολογισμούς των τραπεζών επέτρεψε να απομακρυνθεί από τα θεμέλια της οικονομίας ένας σημαντικός συστημικός κίνδυνος. Παραμένει ζητούμενο ένα θεσμικό πλαίσιο που να δημιουργεί πραγματικά κίνητρα και για τις δύο πλευρές της σχέσης. Για τους πιστωτές, ώστε να προτιμούν μια βιώσιμη αναδιάρθρωση από μια μακρά διαδικασία ανάκτησης. Και για τους δανειολήπτες, ώστε να έχουν ουσιαστικό λόγο να συνεργαστούν, να αποδεχθούν μια ρύθμιση και να επιστρέψουν σε καθεστώς κανονικής εξυπηρέτησης του χρέους.
Απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η σταθερότητα του πλαισίου. Όταν οι κανόνες μεταβάλλονται συνεχώς, δημιουργείται αβεβαιότητα και περιορίζεται η δυνατότητα των δύο πλευρών να σχεδιάσουν μια μακροπρόθεσμη λύση. Η αναδιάρθρωση ενός προβληματικού δανείου είναι μια συναλλαγή που προϋποθέτει ορίζοντα χρόνου, προβλεψιμότητα και σαφείς κανόνες. Το συμπέρασμά μας από την ανάλυση των στοιχείων της Κεντρικής Τράπεζας δεν είναι καινοφανές. Αυτό που απαιτείται είναι να αφεθεί το θεσμικό πλαίσιο να λειτουργήσει. Μόνο έτσι θα εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα των δανειοληπτών.






