Ο οίκος αξιολόγησης Fitch Ratings αναβάθμισε τις προοπτικές της μακροπρόθεσμης αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας της Κύπρου σε ξένο νόμισμα (IDR) σε θετικές από σταθερές και επιβεβαίωσε την βαθμολογία στο «A-».
Σύμφωνα με ανακοίνωση του οίκου, η αναβάθμιση των προοπτικών προκύπτει κυρίως από την ταχεία μείωση του δημοσίου χρέους, τα μεγάλα πλεονάσματα του προϋπολογισμού και το ισχυρό δημοσιονομικό ιστορικό.
Όπως αναφέρει ο οίκος, η ταχεία μείωση του χρέους της γενικής κυβέρνησης συνεχίζεται, υποστηριζόμενη από υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και ισχυρή ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ. Προβλέπεται ότι ο δείκτης χρέους/ΑΕΠ θα υποχωρήσει στο 55,4% στο τέλος του 2025 (από 63% το 2024 και έναντι του μέσου όρου Α που είναι 58,1%) ενώ περαιτέρω υποχώρηση προβλέπεται στο 45,5% το 2027.
«Αυτό θα αντιπροσώπευε μείωση του χρέους κατά σχεδόν 70 ποσοστιαίες μονάδες από την κορύφωσή του το 2020», αναφέρεται, μία από τις ταχύτερες μειώσεις μεταξύ των κρατών που αξιολογεί ο οίκος.
Η σταδιακή αποπληρωμή του χρέους του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας με ευνοϊκούς όρους θα οδηγήσει σε μέτρια αύξηση του κόστους τόκων. Ωστόσο, εκτιμάται, με το χρέος να προβλέπεται να μειωθεί σε περίπου 40% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα, οι ανάγκες χρηματοδότησης του χρέους θα παραμείνουν χαμηλές.
Μεγάλα πλεονάσματα προϋπολογισμού
Ο οίκος προβλέπει μέσο δημοσιονομικό πλεόνασμα 3,2% του ΑΕΠ την περίοδο 2025-2027 (πρωτογενή πλεονάσματα στο 4,5%), έναντι του μέσου όρου ελλείμματος της κατηγορίας «Α» στο 3%.
«Αυτή η συνεχιζόμενη υπεραπόδοση αντανακλά την ισχυρή αύξηση των εσόδων και τον περιορισμό των δαπανών», τονίζεται. Σύμφωνα με τον οίκο, τα τελευταία χρόνια, η ισχυρή αγορά εργασίας και η διαφοροποιημένη τομεακή ανάπτυξη έχουν συμβάλει στην ενίσχυση των εσόδων, μια τάση που αναμένεται να συνεχιστεί με πιο σταδιακό ρυθμό.
«Οι αρχές εγκρίνουν ολοκληρωμένες φορολογικές μεταρρυθμίσεις για την ελάφρυνση του φορολογικού βάρους για τα άτομα, αλλά αντισταθμίζουν το κόστος με υψηλότερους εταιρικούς φόρους. Οι δαπάνες τα επόμενα χρόνια θα ενισχυθούν από επενδυτικές δαπάνες για την αντιμετώπιση μακροχρόνιων κενών στις υποδομές», σημειώνει.
Ισχυρό ιστορικό δημοσιονομικής σύνεσης
Παράλληλα, ο οίκος αναφέρει ότι η Κύπρος έχει δημιουργήσει ένα ισχυρό ιστορικό δημοσιονομικής σύνεσης τα τελευταία χρόνια, υποστηριζόμενης από ευρεία πολιτική και κοινωνική συναίνεση γύρω από ορθές δημοσιονομικές πολιτικές.
«Βλέπουμε αυξανόμενες πιέσεις στις δαπάνες όπως και σε άλλες χώρες της περιοχής, αλλά αυτό δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε αποδυνάμωση των δημοσιονομικών δεσμεύσεων, τονίζοντας την εξαιρετικά αξιόπιστη πολιτική στάση. Οι αρχές σκοπεύουν να χρησιμοποιήσουν τις ευνοϊκές δημοσιονομικές και μακροοικονομικές προοπτικές για να αντιμετωπίσουν ορισμένες μακροχρόνιες ανισορροπίες (συμπεριλαμβανομένης της αντιμετώπισης του ενδοκυβερνητικού χρέους) με στόχο την αύξηση της δημοσιονομικής ανθεκτικότητας», τονίζει ο οίκος.
Ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης
Στους παράγοντες που συνέβαλαν σε μέτριο βαθμό στην αναθεώρηση των προοπτικών είναι και οι ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης.
Προβλέπεται αύξηση του ΑΕΠ στο 3,4% φέτος, πριν επιβραδυνθεί ελαφρώς στο 3,1% το 2026-2027. Η Κύπρος έχει ήδη επιστρέψει στον μέσο όρο της ΕΕ κατά κεφαλήν σε όρους αγοραστικής δύναμης. Όλοι οι τομείς της οικονομίας αναπτύσσονται, κυρίως λόγω της τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών και άλλων υπηρεσιών, αλλά και της μεταποίησης και των κατασκευών.
Οι δημόσιες επενδύσεις, που συνδέονται με τα Ταμεία Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και τα μεγάλα ιδιωτικά έργα, εκτιμάται ότι θα βοηθήσουν στη διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής.
Οι μεσοπρόθεσμες προβλέψεις ανάπτυξης παραμένουν θετικές, κυμαινόμενες από 2,5% έως 3,5%, υποστηριζόμενες από την αυξημένη παραγωγικότητα και τις συνεχιζόμενες ροές ξένου εργατικού δυναμικού σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Η επίδραση των δασμών και του παγκόσμιου κατακερματισμού ήταν πολύ μέτρια μέχρι στιγμής, ενώ οι κίνδυνοι γύρω από τις περιφερειακές γεωπολιτικές εξελίξεις παραμένουν περιορισμένοι.
Ορισμένες προκλήσεις, όπως η γήρανση του πληθυσμού, παραμένουν, τονίζεται, ενώ η αυξημένη εξάρτηση από την ανάπτυξη του τομέα των υπηρεσιών αυξάνει την ευπάθεια στις εξωτερικές εξελίξεις.
Ευνοϊκό μακροοικονομικό πλαίσιο
Ο οίκος αναφέρει ακόμη ότι οι δείκτες εργασίας υποδηλώνουν μια πολύ σταθερή εικόνα απασχόλησης, η οποία υποστηρίζει τα δημοσιονομικά και μακροοικονομικά αποτελέσματα.
Η ανεργία έχει επιστρέψει στα επίπεδα πριν από το 2009, ενώ τα ποσοστά συμμετοχής είναι περίπου 80% (τα υψηλότερα που έχουν καταγραφεί και μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρώπη).
Υποδεικνύει ότι η στενότητα στην αγορά εργασίας παραμένει, αλλά οι πιέσεις στους μισθούς παρέμειναν συγκρατημένες και αναμένεται να σταθεροποιηθούν, μειώνοντας τους κινδύνους για την ανταγωνιστικότητα. Ο εναρμονισμένος πληθωρισμός ήταν μόνο 1% την περίοδο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου, μεταξύ των χαμηλότερων ποσοστών στην Ευρώπη.
Άλλοι παράγοντες αξιολόγησης
Ο οίκος αναφέρει ότι οι αξιολογήσεις της Κύπρου αντικατοπτρίζουν τα επίπεδα κατά κεφαλήν εισοδήματος πάνω από το μέσο όρο «A» και την αξιοπιστία της πολιτικής που υποστηρίζεται από την ένταξη στην ΕΕ και την ευρωζώνη. Αυτά τα πλεονεκτήματα εξισορροπούνται από ελαφρώς ασθενέστερους δείκτες διακυβέρνησης σε σχέση με τους ομολόγους τους, ευπάθειες στα εξωτερικά οικονομικά και ένα πλαίσιο περιφερειακών πολιτικών εντάσεων που σχετίζονται με τη διαίρεση του νησιού.
Μεγάλο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών
Ο οίκος καταγράφει ακόμη ότι η Κύπρος έχει ένα δομικά μεγάλο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών , από τα υψηλότερα στην ευρωζώνη, αντανακλώντας ένα επίμονο εμπορικό έλλειμμα και ένα αυξανόμενο έλλειμμα πρωτογενούς εισοδήματος που συνδέεται με την αύξηση των άμεσων ξένων επενδύσεων, κυρίως στους τομείς των υπηρεσιών.
Προβλέπεται ότι το έλλειμμα θα παραμείνει γενικά σταθερό σε περίπου 8% του ΑΕΠ την περίοδο 2025-2027, το οποίο θα χρηματοδοτηθεί περισσότερο από τις καθαρές ροές άμεσων ξένων επενδύσεων. Παρ' όλα αυτά, υπογραμμίζεται, η εξάρτηση από μεγάλους όγκους κεφαλαιακών ροών στο πλαίσιο γεωπολιτικών κινδύνων και κινδύνων ασφαλείας και πιθανές μεταβολές στο επενδυτικό κλίμα αναδεικνύουν μια επίμονη ευπάθεια.
Βελτίωση του τραπεζικού τομέα
Όσον αφορά τον τραπεζικό τομέα, σημειώνεται ότι έχει ισχυρή φερεγγυότητα, ρευστότητα και κερδοφορία, υποστηριζόμενο από ευνοϊκούς μακροοικονομικούς δείκτες και αυξανόμενη δανειοδοτική δραστηριότητα.
Ο δείκτης κοινών μετοχών κατηγορίας 1 ήταν 26,3% τον Ιούνιο του 2025, ο υψηλότερος στην ΕΕ, παρέχοντας στις τράπεζες μεγάλα αποθέματα ασφαλείας σε περίπτωση κυκλικής ύφεσης.
Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων συνεχίζει να μειώνεται, υποχωρώντας στο 5,6% τον Ιούνιο (από 6,2% στο τέλος του 2024). Εκτιμάται ότι η ενοποίηση του τραπεζικού τομέα θα δώσει μεγαλύτερη ώθηση στις πωλήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Παράγοντες που θα κρίνουν νέες αξιολογήσεις
Παράγοντες που θα μπορούσαν, μεμονωμένα ή συλλογικά, να οδηγήσουν σε αρνητική αξιολόγηση/υποβάθμιση είναι:
Δημόσια Οικονομικά: Μη μείωση του χρέους/ΑΕΠ της γενικής κυβέρνησης, για παράδειγμα, λόγω διαρθρωτικής δημοσιονομικής χαλάρωσης, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναθεώρηση των προοπτικών σε σταθερές
Μακροοικονομικά/Εξωτερικά: Ένα εξωτερικό σοκ που εντείνει τις εξωτερικές ευπάθειες και επηρεάζει αρνητικά την οικονομική ανάπτυξη
Παράγοντες που θα μπορούσαν, μεμονωμένα ή συλλογικά, να οδηγήσουν σε θετική αξιολόγηση/αναβάθμιση είναι:
Δημόσια Οικονομικά: Αυξημένη εμπιστοσύνη ότι η σημαντική μείωση του χρέους/ΑΕΠ της γενικής κυβέρνησης θα διατηρηθεί μεσοπρόθεσμα, λόγω σημαντικού πρωτογενούς πλεονάσματος
Εξωτερικά Οικονομικά/Μακροοικονομικά: Μειωμένη ευπάθεια σε εξωτερικά σοκ, για παράδειγμα λόγω των συνεχιζόμενων ενδείξεων ότι τα μεγάλα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών χρηματοδοτούνται από ροές χρηματοδότησης εκτός χρέους και συνεχιζόμενης διαφοροποίησης της οικονομικής δραστηριότητας





