Παρά τη, στατιστικά, χαμηλή συνολική ανεργία, η αγορά εργασίας στα κατεχόμενα αποκαλύπτει μια άλλη εικόνα. Πίσω από τους αριθμούς κρύβεται πρώτον μια πραγματικότητα με παγιωμένες ανισότητες, εργοδοτική αυθαιρεσία, μαζική αδήλωτη εργασία και δεύτερον μια οικονομία που στηρίζεται υπερβολικά στις υπηρεσίες και σε φθηνό, ξένο εργατικό δυναμικό.
Την πιο ωμή περιγραφή αυτής της κατάστασης δίνει στον «Π» ο Τ/Κ συνδικαλιστής της Dev-İş, Κοράλ Ασάμ, ο οποίος μιλά για έναν κόσμο όπου «τα εργοτάξια, τα ξενοδοχεία και τα καταστήματα λιανικής καθορίζουν τον ρυθμό της ζωής και της εκμετάλλευσης». Όπως τονίζει, τουλάχιστον οι μισές θέσεις εργασίας λειτουργούν «μαύρα», με την οικοδομή να συγκεντρώνει τα υψηλότερα ποσοστά «σκιώδους» απασχόλησης. Μέσα από τη συζήτηση μαζί του λαμβάνουμε μια πιο ολοκληρωμένη και γειωμένη με την πραγματικότητα εικόνα για την κατάσταση στις εργασιακές σχέσεις στην «άλλη πλευρά του οδοφράγματος».
Τι λένε οι αριθμοί
Στο 4,9% διαμορφώθηκε η ανεργία στα κατεχόμενα το 2024, σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησε το «στατιστικό ινστιτούτο». Το ποσοστό απασχόλησης ανήλθε στο 50,5%, ενώ ο συνολικός αριθμός των ανέργων έφτασε τις 9.552. Η ανεργία στους άνδρες ανήλθε σε 3,3%, την ώρα που στις γυναίκες είναι πάνω από το διπλάσιο αγγίζοντας σχεδόν το 8%. Ακόμη πιο υψηλό εμφανίζεται το ποσοστό στους νέους 15-24 ετών, όπου η ανεργία ανήλθε στο 16,9%.
Ο συνολικός αριθμός των εργαζομένων το 2024 ήταν 185.607 άτομα. Από το σύνολο των εργαζομένων, το 34,8% ήταν γυναίκες - 64.611 άτομα. Σχεδόν εννέα στις δέκα (89,3%) εργάζονταν στον τομέα των υπηρεσιών, 87,3% ήταν μισθωτές, 11,2% αυτοαπασχολούμενες ή εργοδότριες και 1,5% άμισθες οικογενειακές βοηθοί. Στους άνδρες, που αποτελούν το 65,2% των απασχολούμενων -120.996 άτομα- το 73,2% εργάζεται στις υπηρεσίες, 82,2% ως μισθωτοί, 17,3% ως αυτοαπασχολούμενοι ή εργοδότες και 0,6% είναι άμισθοι οικογενειακοί βοηθοί.
Συνολικά, το 19,4% των εργαζομένων, ήτοι 36.086 άτομα, απασχολείται στον λεγόμενο δημόσιο τομέα. Παράλληλα, το 8% των εργαζομένων -14.805 άτομα- δεν είναι εγγεγραμμένο σε κανένα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, με τους άνδρες να αποτελούν το 72,2% αυτής της κατηγορίας.
Η απασχόληση ανά οικονομικό τομέα κατανέμεται ως εξής: 4,9% στη γεωργία (9.046 άτομα), 7,1% στη βιομηχανία, 9,2% στις κατασκευές και 78,8% στις υπηρεσίες. Στη γεωργία, το 12,2% των εργαζομένων, 1.101 άτομα, ήταν άμισθοι οικογενειακοί βοηθοί.

Η σκιώδης απασχόληση
Σύμφωνα με τον Κοράλ Ασάμ η σκληρή πραγματικότητα είναι πως τουλάχιστον οι μισές θέσεις εργασίας είναι «μαύρες», με την οικοδομική βιομηχανία να καταγράφει τα υψηλότερα ποσοστά «σκιώδους» απασχόλησης. Ακόμη και εκεί όπου η εργασία φαίνεται νόμιμη, οι κοινωνικές ασφαλίσεις καταβάλλονται σχεδόν πάντα στο ύψος του κατώτατου μισθού, «καταδικάζοντας τους εργαζόμενους σε συντάξεις-ψίχουλα». Τη στρεβλή αυτή πραγματικότητα «τη γνωρίζουν όλοι: εργοδότες, αρχές, ακόμη και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι», αλλά σε έναν ιδιωτικό τομέα με αναιμική συνδικαλιστική παρουσία, «η σιωπή γίνεται όρος επιβίωσης», όπως αναφέρει.
Οι μισοί είναι αλλοδαποί
Σύμφωνα με τον Ασάμ, οι ξένοι εργαζόμενοι αποτελούν σχεδόν το μισό του εγγεγραμμένου εργατικού δυναμικού: Στην πλειονότητά τους από την Τουρκία, αλλά και από χώρες της Αφρικής, το Τουρκμενιστάν, το Πακιστάν και το Μπαγκλαντές κ.λπ. «Δουλεύουν ατελείωτες ώρες, με χαμηλούς μισθούς και άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Οι παραβιάσεις σπάνια καταγγέλλονται και ακόμη πιο σπάνια τιμωρούνται», σημειώνει.
Τουρισμός, οικοδομή και λιανικό εμπόριο «μοιάζουν διαφορετικά απέξω», αλλά στο εσωτερικό τους κυριαρχεί το ίδιο μοτίβο: Κατώτατοι μισθοί και ωράρια μακριά από τα προβλεπόμενα. Η εξίσωση των κατώτατων μισθών γυναικών-ανδρών αποτελεί «μια συμβολική νίκη», αλλά όταν ο μισθός δεν φτάνει για τα βασικά και η αγοραστική δύναμη καταρρέει, «η ισότητα δεν φέρνει καμία ουσιαστική ανακούφιση», εξηγεί.
Μισθοί… ψίχουλα
Ο συνδικαλιστής της Dev-İş υπογραμμίζει ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι προστατεύονται περισσότερο, χάρη στα ισχυρά συνδικάτα και την ύπαρξη ΑΤΑ. Αντίθετα, οι ιδιωτικοί υπάλληλοι «βλέπουν τον πραγματικό τους μισθό να συρρικνώνεται κάθε φορά που πληρώνονται».
Οι αυξήσεις στα ενοίκια και τις τιμές τροφίμων τους πλήττουν όλους, όμως η απόκτηση κατοικίας σε Κερύνεια, Αμμόχωστο, Λευκωσία ή Μόρφου «έχει γίνει άπιαστο όνειρο χωρίς τη βοήθεια της οικογένειας».
Η συλλογική διαπραγμάτευση περιορίζεται στο επίπεδο της κάθε επιχείρησης, κάτι που σε μια αγορά με πολύ μικρές επιχειρήσεις, ξένο εργατικό δυναμικό και εργοδοτική εχθρότητα ουσιαστικά ακυρώνει τις διεκδικήσεις, όπως αναφέρει.
Οι μισθολογικές πολιτικές δεν υπαγορεύονται άμεσα από την Άγκυρα, λέει ο Ασάμ, αλλά το μοντέλο που επιβάλλεται «είναι ξεκάθαρα νεοφιλελεύθερο, δηλαδή μέγιστο κέρδος με κάθε κόστος». Η ανταγωνιστικότητα μετριέται όχι με την ποιότητα, αλλά «με το πόσες ώρες μπορεί κάποιος να δουλεύει για τα λιγότερα πιθανά χρήματα».
Με την άνοδο των συναλλαγματικών ισοτιμιών, όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι περνούν τα οδοφράγματα για δουλειά στις ελεύθερες περιοχές, αναζητώντας μισθούς σε ευρώ. «Αλλά και εκεί η εκμετάλλευση τους ακολουθεί», αναφέρει ο Τ/Κ συνδικαλιστής.
Τα πτυχία που έχουν στα χέρια τους συχνά δεν αναγνωρίζονται, ιδιαίτερα στον εκπαιδευτικό κλάδο, αναγκάζοντας εξειδικευμένους εργαζόμενους «να δουλεύουν σε θέσεις πολύ κάτω από τα προσόντα τους».
Οι νέοι φεύγουν
Ο Ασάμ αναφέρει ότι οι νέοι Τουρκοκύπριοι «δεν βλέπουν μέλλον στον τόπο τους». Χιλιάδες σπουδάζουν στο εξωτερικό, αλλά ελάχιστοι επιστρέφουν. Η αναξιοκρατία στον δημόσιο τομέα και η εκμετάλλευση στον ιδιωτικό τους σπρώχνουν να χτίσουν τη ζωή τους αλλού. «Οι οικογένειες, όσο κι αν θυσιάζονται, δεν μπορούν να τους πείσουν να γυρίσουν πίσω», λέει.
Στον πυρήνα όλων αυτών, προσθέτει, βρίσκεται η διχοτόμηση και η διεθνής απομόνωση. «Εργαζόμενοι, νέοι και οικογένειες πληρώνουν καθημερινά το τίμημα».
Η ελπίδα
Κλείνοντας, ο Κοράλ Ασάμ τονίζει ότι παρά τα σκοτεινά δεδομένα, η ελπίδα δεν έχει χαθεί. «Η ελπίδα βρίσκεται στην επανένωση, σε λογικές πολιτικές που να μας συνδέουν ξανά με τον κόσμο, στην πίστη ότι το αύριο μπορεί να γίνει καλύτερο». Οι εργαζόμενοι, υπογραμμίζει, «δεν ζητούν φιλανθρωπία, ζητούν αξιοπρέπεια». Θέλουν να αγωνιστούν «όχι για να επιβιώσουν στο σκοτάδι, αλλά για να χτίσουν ένα μέλλον στον δικό τους τόπο».






