Ενώ διεθνώς διεξάγεται μια εξαιρετικά δραματική «συζήτηση» για το μέλλον του δυτικού κόσμου και πιο συγκεκριμένα της ατλαντικής συμμαχίας, με την ευρύτερη έννοια και όχι κατ' ανάγκη εκείνη που της προσδίδει το ΝΑΤΟ και η ΕΕ μόνο, που φέρνει στο ίδιο τραπέζι τις πλουραλιστικές δημοκρατίες και τις ελεύθερες οικονομίες του πλανήτη, εδώ στο «χωρκό» μας, συνεχίζουμε να συμπεριφερόμαστε λες και δεν μας αγγίζει τίποτε. Είναι λες και είμαστε πραγματικά όπως ακριβώς μας αξιολόγησαν και μας περιέγραψαν με τον εκλαϊκευμένα επιστημονικό τους λόγο ο ψυχίατρος μ. Μικελλίδης και ο καθηγητής μ. Μαυράτσας, αλλά και όπως μας αποτύπωσε στη μικρή οθόνη, με το υποκριτικό της ταλέντο, η δημιουργική ομάδα της δημοφιλούς σειράς «Βουράτε γειτόνοι» (Σίγμα, 2001-2005).
Αυτές τις μέρες, λοιπόν, κάποιοι από εμάς αισθάνονται ότι η καθημερινή μας πραγματικότητα είναι τραγικά πανομοιότυπη με εκείνη που διακωμωδούσε η συγκεκριμένη τηλεοπτική σειρά. Τουλάχιστον όσον αφορά τα όσα κυριαρχούν στην επικαιρότητά μας, που δεν είναι τίποτα άλλο από «μασκαραλίκια», μα που στην πραγματικότητα κρύβουν βαθιά συμπλέγματα ανασφάλειας και εσωστρέφειας. Σκεφτείτε το. Ο «Φορέας» της Φιλίππας, οι πολιτικές αρλούμπες, οι ντιβέλοπερς, οι εισφορές σε «κοινωφελή» σκοπούς, το «οργανωμένο έγκλημα» και η Αστυνομία με τα ωράρια της, το άκρατο «φαίνεσθαι» στην πολιτική διακυβέρνηση του τόπου, και ένα σωρό άλλα, μικρά και μικρότερα, που μας κατατρέχουν. Είναι λες και ηθελημένα μετατρέψαμε την κοινωνία μας σε θίασο και την Πολιτεία μας σε τσίρκο, και με τις πράξεις και δηλώσεις μας επιτρέψαμε τη μονοπώληση της δημόσιας ατζέντας από ένα σωρό χαμηλής πολιτικής ζητήματα και ήσσονος σημασίας γεγονότα.
Ζητήματα που θα έπρεπε, κανονικά, και κατ' αντιστοιχία του υποτίθεται υψηλού μορφωτικού μας επιπέδου, να αντιμετωπίζονταν με τρόπο πολύ διαφορετικό από αυτό που βλέπουμε. Ένα υψηλού βιοτικού και μορφωτικού επιπέδου κράτος, μια Πολιτεία με τν δική μας ευμάρεια, θα έπρεπε κανονικά να μπορεί να χειριστεί μεθοδικά, συντεταγμένα, οργανωμένα, συγκροτημένα και θεσμικά το οποιοδήποτε από αυτά τα προβλήματα. Είτε αφορούν σκάνδαλα διαφθοράς, είτε την εγκληματικότητα, τη διαχείριση των υδάτινων μας πόρων, της τροχαίας κίνησης, της δημόσιας υγείας, κοκ. Οτιδήποτε από όλα αυτά δεν θα έπρεπε καν να βρίσκεται στους τίτλους και στα πρωτοσέλιδα. Κανονικά δεν θα έπρεπε να αποτελούν καν είδηση όλα αυτά, αν το κράτος λειτουργούσε όπως θα έπρεπε, αν οι πολιτικοί μας ηγέτες συμπεριφέρονταν όπως θα έπρεπε, και αν εμείς όλοι το απαιτούσαμε, όπως θα έπρεπε.
Αλλά, βλέπετε, είμαστε και εμείς μέρος του προβλήματος. Εμείς στελεχώνουμε τη χώρα. Εμείς είμαστε οι εκπαιδευτικοί, οι αστυνομικοί, οι κυβερνητικοί, οι εισαγγελείς, οι δικαστικοί, οι εγκληματίες, οι γιατροί, οι βουλευτές, οι δημοσιογράφοι, οι λογιστές, οι τραπεζίτες, οι έμποροι, οι πολιτικοί. Εμείς ηγούμαστε αυτού του τόπου, επειδή εμείς ψηφίζουμε στις εκλογές και οι ηγέτες μας, σε όλα τα επίπεδα και τομείς, είναι ο καθρέφτης μας και «σάρκα» από τη «σάρκα» μας. Δεν είναι κάποιοι άλλοι. Ως εκ τούτου, φέρουμε ακέραια την ευθύνη για την όποια κατάντια μας, αφού είναι τα δικά μας συμπλέγματα που μας οδηγούν να συμπεριφερόμαστε με τον υφιστάμενο ξεκάθαρα και πολλαπλώς αποδεδειγμένα ανεπαρκή τρόπο που δημιουργεί την αλλοπρόσαλλη και γεμάτη στρεβλώσεις καθημερινή πραγματικότητά μας. Φέρουμε την ευθύνη επειδή δεν ακούμε, δεν μαθαίνουμε και δεν «ιδρώνει το αφτί» μας. Και αυτό αντανακλάται στη συμπεριφορά και στάση τόσο του πρώτου όσο και του τελευταίου πολίτη αυτού του τόπου, κυριολεκτικά.
Είμαστε με άλλα λόγια, κάποιοι λιγότερο και κάποιοι περισσότερο, η μετουσίωση στην πράξη του «Ρίκκου Μάππουρου» και πριν κουνήσετε καταφατικά το κεφάλι σας, όσοι συμφωνείτε, συμμερίζεστε ή έστω προβληματίζεστε με αυτή την κατάσταση, ξανασκεφτείτε το, επειδή δεν περιποιεί τιμή σε κανένα μας η κατάντια μας. Δεν είναι αστεία τα όσα διαφαίνονται στο ορίζοντα, και ούτε πρέπει να τα προσεγγίζουμε με γνώμονα τις όποιες εκλογές, τα όποια κυνικά μικροσυμφέροντα και τις όποιες βραχύβιες εντυπώσεις. Φτάνει, επιτέλους, με αυτό το «μοντέλο» διακυβέρνησης και διαχείρισης των ζητημάτων του τόπου. Μας αξίζει καλύτερα και αξίζει και σε αυτούς που ανέλαβαν να ηγηθούν! Ας σοβαρευτούμε, λοιπόν, και ας μετακινηθούμε τάχιστα από το «δήθεν» στο συνειδητό «είναι», και ας επανακαθορίσουμε τόσο το ύφος του δημόσιου λόγου όσο και την ίδια την πολιτική πράξη. Και τούτο επειδή ξημερώνει ένας πολύ διαφορετικός κόσμος από αυτόν που ξέραμε και με τον «νου που κουλλιαντρίζουμε» τα τελευταία χρόνια, μάλλον θα μας πέφτει και πολύ το ιστορικό και γεωπολιτικό περιθώριο στο οποίο κινδυνεύουμε πραγματικά να βρεθούμε, αφού όταν συμβεί δεν θα μπορούμε, όπως φάνηκε τις τελευταίες μέρες, να συνεχίσουμε καν να προσποιούμαστε ότι πετύχαμε τους όποιους στόχους μας. Ξυπνάτε…






