Παρά τη σαφή ενίσχυση του πλαισίου εποπτείας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η Κύπρος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ουσιαστικές προκλήσεις σε επίπεδο επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της νέας έκθεσης της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, η οποία αξιολογεί τη λειτουργική αποδοτικότητα της εποπτείας στον τραπεζικό τομέα, εστιάζοντας στην Κεντρική Τράπεζα και τη ΜΟΚΑΣ.
Ο έλεγχος έγινε στο πλαίσιο παράλληλου ελέγχου με τα Ανώτατα Ελεγκτικά Ιδρύματα Γερμανίας, Ισπανίας, Ολλανδίας και Πολωνίας, στη βάση κοινού ελεγκτικού πλαισίου, με στόχο τη συγκρισιμότητα των αποτελεσμάτων και την ανάδειξη συστημικών αδυναμιών στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα. Η ειδική έκθεση για τη λειτουργική αποδοτικότητα της εποπτείας του τραπεζικού τομέα σε θέματα ξεπλύματος εκδίδεται σε μια περίοδο που η Κύπρος προετοιμάζεται για την επόμενη εξέτασης από τη Moneyval το 2028.
Ο Γενικός Ελεγκτής, Ανδρέας Παπακωνταντίνου, προλογίζοντας την έκθεση αναγνωρίζει ότι τόσο η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου όσο και η ΜΟΚΑΣ λειτουργούν σε γενικές γραμμές με επαρκές και εναρμονισμένο με τα διεθνή πρότυπα θεσμικό πλαίσιο, διαθέτοντας εξειδικευμένα εργαλεία και μεθοδολογίες βάσει κινδύνου. Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι οι αδυναμίες στη στελέχωση, την εσωτερική οργάνωση και τη διαχείριση του όγκου πληροφοριών επηρεάζουν την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή της εποπτικής στρατηγικής, αλλά και τη συνολική αποτελεσματικότητα του συστήματος κατά του ξεπλύματος.
Στην έκθεση καταγράφονται και προβλήματα με τη συνεργασία των δύο φορέων με την Ελεγκτική Υπηρεσία κατά τη διάρκεια του ελέγχου.
Ειδικότερα, η ΚΤΚ, επικαλέστηκε περιορισμούς υποστηρίζοντας ότι μέρος των ζητηθέντων δεδομένων εκφεύγει της ελεγκτικής εντολής του Γενικού Ελεγκτή. Μετά από συνάντηση του Διοικητή της ΚΤΚ με τον Γενικό Ελεγκτή, συμφωνήθηκε η παραχώρηση πρόσβασης σε εποπτικούς φακέλους μόνο στην παρουσία λειτουργού της ΚΤΚ, όμως, όπως σημειώνεται, δεν κατέστη δυνατή η πλήρης κάλυψη όλων των ερωτημάτων στον απαιτούμενο βαθμό διασφάλισης.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία συνάντησε επιφυλάξεις και στην πρόσβαση σε πληροφορίες και από τη ΜΟΚΑΣ, κυρίως λόγω προσωπικών δεδομένων που περιλαμβάνονται στις αναφορές ύποπτων συναλλαγών, ωστόσο μέσω εναλλακτικών διευθετήσεων κατέστη δυνατή η εξασφάλιση επαρκών τεκμηρίων για την αξιολόγηση της ποιότητας των αναφορών.
Η Κεντρική Τράπεζα
Σε ότι αφορά την Κεντρική Τράπεζα σε επίπεδο αποτελεσμάτων, κατά την περίοδο 2020–2024 επιβλήθηκαν πρόστιμα περίπου €2 εκατ. σε δύο πιστωτικά ιδρύματα για τρεις παραβάσεις του πλαισίου AML.
Η Υπηρεσία AML της ΚΤΚ χαρακτηρίζεται από την Ελεγκτική Υπηρεσία ως λειτουργικά αυτόνομη μεν, αλλά με στελέχωση που «παρουσίαζε περιορισμούς» σε σχέση με το εύρος των εποπτικών αναγκών, γεγονός που εκτιμάται ότι επηρέασε την πλήρη εφαρμογή της προσέγγισης βάσει κινδύνου, ιδίως ως προς τη φύση, συχνότητα, εύρος και ένταση των ελέγχων. Οι ίδιοι περιορισμοί, σε συνδυασμό με άλλα οργανωτικά ζητήματα, φέρονται να επηρέασαν τόσο τον όγκο του ελεγκτικού έργου και την υλοποίηση του ετήσιου προγραμματισμού όσο και τον χρόνο ολοκλήρωσης των εποπτικών ενεργειών.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία στέκεται ιδιαίτερα στον μεγάλο χρόνο που μεσολαβεί από τη διενέργεια ενός επιτόπιου ελέγχου μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης για διοικητικά μέτρα ή κυρώσεις, αποδίδοντας το φαινόμενο κυρίως σε χρονοβόρες εσωτερικές διαδικασίες της ΚΤΚ και στην εμπλοκή πολλών σταδίων, στα οποία τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν δικαίωμα να διατυπώσουν τις θέσεις τους. Η πρόσφατη αναδιοργάνωση και η σύσταση Διεύθυνσης AML τον Φεβρουάριο 2025 εκτιμάται ως βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση για ενίσχυση της επιχειρησιακής ικανότητας, αλλά η αποτελεσματικότητά της θα πρέπει, όπως σημειώνεται, να αξιολογηθεί σε βάθος χρόνου.
Στο επίπεδο διακυβέρνησης, η έκθεση αναγνωρίζει ότι η Υπηρεσία AML λειτουργούσε οργανωτικά διαχωρισμένη από άλλες εποπτικές λειτουργίες, ωστόσο επισημαίνονται κίνδυνοι διάσπασης της εποπτικής εστίασης, καθώς η επικεφαλής της Υπηρεσίας AML είχε παράλληλα και καθήκοντα προληπτικής εποπτείας σε άλλες κατηγορίες ιδρυμάτων, ενώ ο επικεφαλής του Τμήματος είχε και την ευθύνη για θέματα χρηματοπιστωτικής δεοντολογίας.
Την ίδια στιγμή, οι διεθνείς αξιολογήσεις και τα εποπτικά ευρήματα καταδεικνύουν «σημαντική μείωση» των κινδύνων ξεπλύματος στον κυπριακό τραπεζικό τομέα και βελτίωση των πρακτικών δέουσας επιμέλειας, εξέλιξη που αποδίδεται εν μέρει στην πρακτική επίδραση της καθοδήγησης της ΚΤΚ προς τα πιστωτικά ιδρύματα. Ωστόσο, η Ελεγκτική Υπηρεσία προειδοποιεί για φαινόμενα υπερσυμμόρφωσης (de‑risking) που ενδέχεται να οδηγούν σε αδικαιολόγητο αποκλεισμό πελατών, όπως μη εκτέλεση εισερχόμενων μεταφορών υπέρ Ρώσων πολιτών με άδεια παραμονής που δεν εμπίπτουν σε κυρώσεις ή δυσχέρεια πρόσβασης ΜΚΟ σε τραπεζικές υπηρεσίες χωρίς προηγούμενη εξατομικευμένη ανάλυση κινδύνου.
Επιπλέον, παρότι η ΚΤΚ διαθέτει βασικούς μηχανισμούς διαφάνειας –δημοσίευση οδηγιών και εγκυκλίων AML, κοινοποίηση διοικητικών κυρώσεων, λογοδοσία στη Βουλή–, η Ελεγκτική Υπηρεσία επισημαίνει ότι η δημόσια πληροφόρηση για την αποτελεσματικότητα των εποπτικών ενεργειών παραμένει περιορισμένη, καθώς δεν δημοσιοποιούνται συστηματικά ποσοτικοί και ποιοτικοί δείκτες για τις επιδόσεις της εποπτείας AML.
Η ΜΟΚΑΣ
Για τη Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης, ο Γενικός Ελεγκτής καταγράφει ένα σε γενικές γραμμές επαρκές και εναρμονισμένο με τα διεθνή πρότυπα θεσμικό πλαίσιο, υποστηριζόμενο από καθορισμένες διαδικασίες, μηχανισμούς εποπτείας και εξειδικευμένα πληροφοριακά συστήματα για τη διαχείριση και ανάλυση αναφορών ύποπτων συναλλαγών. Την περίοδο 2020–2024 η ΜΟΚΑΣ ενισχύθηκε αισθητά σε ανθρώπινους και τεχνολογικούς πόρους, ιδιαίτερα στον Τομέα Ανάλυσης, ενώ υιοθέτησε ειδικά εργαλεία και συστήματα για πιο στοχευμένη αξιοποίηση των πληροφοριών.
Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, για την περίοδο 2020–2024 μόνο κατά μέσο όρο 5,5% των αναφορών ύποπτων συναλλαγών που υποβλήθηκαν στη ΜΟΚΑΣ κατέληξαν σε διαβίβαση στις αρχές επιβολής του νόμου για περαιτέρω διερεύνηση, με το ποσοστό αυτό να εμφανίζει σταδιακή αύξηση τα έτη 2023 και 2024. Στο ποσοστό αυτό δεν περιλαμβάνονται οι διαβιβάσεις προς την Αστυνομία που συνδέονται με ήδη υπό διερεύνηση υποθέσεις ή γίνονται για σκοπούς πρόσθετης πληροφόρησης, ωστόσο η εικόνα αναδεικνύει την ανάγκη βελτίωσης της ποιότητας και συνάφειας των αναφορών των τραπεζών.
Παρά την ενίσχυση, η έκθεση επισημαίνει ότι η συνεχής αύξηση του αριθμού των αναφορών ύποπτων συναλλαγών και η μεταβολή της σύνθεσής τους –με ιδιαίτερη έμφαση στις συναλλαγές που σχετίζονται με κρυπτο‑περιουσιακά στοιχεία– δημιουργούν αυξημένες επιχειρησιακές απαιτήσεις και επιβαρύνουν το έργο της ΜΟΚΑΣ. Ένα ολοένα μεγαλύτερο ποσοστό αναφορών παραμένει σε εκκρεμότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς αυτό να σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι δεν έχει γίνει καμία αναλυτική εργασία, αλλά αναδεικνύοντας την ανάγκη συνεχούς αναθεώρησης της κατανομής και εξειδίκευσης των διαθέσιμων πόρων.
Η Συμβουλευτική Αρχή
Η έκθεση εντοπίζει αδυναμίες και στον ρόλο της Συμβουλευτικής Αρχής, η οποία είναι επιφορτισμένη με τον συντονισμό των εμπλεκόμενων φορέων και την εκπόνηση της Εθνικής Αξιολόγησης Κινδύνων. Παρά τη θεσμική της σημασία, διαπιστώνεται ότι η λειτουργία της δεν ανταποκρίθηκε πλήρως στον ρόλο αυτό, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την καθυστέρηση επικαιροποίησης της Εθνικής Αξιολόγησης Κινδύνων, η οποία παρέμεινε η ίδια από το 2017. Η εξέλιξη αυτή περιορίζει την ικανότητα των αρχών να εφαρμόζουν συνεκτική και τεκμηριωμένη προσέγγιση βάσει κινδύνου και αναδεικνύει ζητήματα υπολειτουργίας στον μηχανισμό στρατηγικού συντονισμού του συστήματος.
Η διαδικασία επικαιροποίησης της Εθνικής Αξιολόγησης Κινδύνων ξεκίνησε το 2025, ενόψει και της επόμενης αξιολόγησης της Κύπρου από τη Moneyval το 2028.
Τι λένε οι ελεγχόμενοι
Η ΜΟΚΑΣ σε επιστολή της προς την Ελεγκτική Υπηρεσία, σχολιάζοντας τα ευρήματα, απαντά ότι μεγάλο μέρος των αναφορών αφορά συναλλαγές χαμηλού κινδύνου, γεγονός που εξηγεί και το σχετικά χαμηλό ποσοστό διαβίβασης για περαιτέρω διερεύνηση, καθώς εφαρμόζεται διαδικασία φιλτραρίσματος ώστε να προωθούνται μόνο οι υποθέσεις με επαρκείς ενδείξεις. Παράλληλα, επισημαίνει ότι έχει ήδη ενισχύσει το ανθρώπινο δυναμικό και τα τεχνολογικά της εργαλεία, ενώ η εισαγωγή μηχανισμών προτεραιοποίησης έχει συμβάλει στη βελτίωση της διαχείρισης των υποθέσεων υψηλού κινδύνου. Η Μονάδα αναγνωρίζει, ωστόσο, την ανάγκη περαιτέρω βελτίωσης της ποιότητας των αναφορών και ενίσχυσης της συνεργασίας με τις υπόλοιπες αρχές.
Αντίστοιχα, η Κεντρική Τράπεζα, απαντώντας στα ευρήματα που την αφορούν, επισημαίνει ότι έχει ήδη προχωρήσει σε οργανωτική αναδιάρθρωση με τη δημιουργία νέας Διεύθυνσης για θέματα καταπολέμησης του ξεπλύματος χρήματος, καθώς και σε ενίσχυση της στελέχωσης με εξειδικευμένο προσωπικό. Στόχος, όπως αναφέρει, είναι η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της εποπτείας και η καλύτερη εφαρμογή της προσέγγισης βάσει κινδύνου. Παράλληλα, τονίζει ότι βρίσκονται σε εξέλιξη ενέργειες για τη βελτίωση των εσωτερικών διαδικασιών, τη μείωση των καθυστερήσεων και την περαιτέρω ενίσχυση των εποπτικών εργαλείων.







