Τι έχει εμπεδωθεί μετά και τη δημοσιοποίηση των τεσσάρων μετρήσεων κοινής γνώμης αυτήν την εβδομάδα, της Prime Consulting για λογαριασμό του Sigma, της CIMAR για λογαριασμό του ANT1, της RAI Consultants για τον Alpha Κύπρου και της Pulse για λογαριασμό του Omega; Ότι η συνολική εικόνα των μετρήσεων αυτών των ημερών δεν αφήνουν πολλά περιθώρια παρερμηνείας: Οι βουλευτικές εκλογές της 24ης Μαΐου διαμορφώνουν ένα σκηνικό πρωτοφανούς ρευστότητας, το οποίο δεν αφορά απλώς την αβεβαιότητα για την πρωτιά, αλλά διαπερνά κάθε επίπεδο του κομματικού ανταγωνισμού και, κυρίως, τη μετεκλογική λειτουργία του πολιτικού συστήματος.
Επομένως, το πρώτο που θα μπορούσε να λεχθεί είναι πως η εκλογική αναμέτρηση δεν αποτελεί απλώς μία ακόμα μάχη με αμφίρροπο αποτέλεσμα. Χωρίς αμφιβολία το αποτέλεσμα των εκλογών θα οδηγήσει σε μια βαθιά, μεταβατική φάση το ίδιο το κομματικό σύστημα.
ΔΗΣΥ - ΑΚΕΛ
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως στο επίκεντρο αυτής της μετάβασης βρίσκεται η δραματική αποδυνάμωση του παραδοσιακού δικομματισμού, όπως αυτός εκφραζόταν διαχρονικά από τον ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ. Για δεκαετίες, τα δύο αυτά κόμματα συγκέντρωναν αθροιστικά ποσοστά που ξεπερνούσαν άνετα το 65%. Στις εκλογές του 2001 τα δύο κόμματα βρέθηκαν στη Βουλή έχοντας κερδίσει συνολικά σχεδόν το 69% των ψηφοφόρων που πήγαν στις κάλπες. Αυτά τα αποτελέσματα, σε συνδυασμό με τις επιδόσεις του ΔΗΚΟ, της τρίτης έως τώρα δύναμης, διαμόρφωναν ένα σύστημα σχετικής, θα έλεγε κάποιος, σταθερότητας στο Κοινοβούλιο, η οποία είχε και τα χαρακτηριστικά της προβλεψιμότητας των στόχων και επιδιώξεων των κυρίαρχων κομματικών δυνάμεων.
Στην παρούσα φάση, ωστόσο, όλα τα διαθέσιμα δημοσκοπικά δεδομένα συγκλίνουν σε ένα πασιφανές συμπέρασμα: Πως ακόμη και στο πιο ευνοϊκό σενάριο, δύσκολα τα δύο μεγάλα κόμματα θα προσεγγίσουν συνολικά το 50% των ψηφοφόρων. Αυτό το φαινόμενο, το οποίο προφανώς θα επαληθευτεί, θα αποτελέσει μια τομή στα κομματικά δρώμενα της Κύπρου. Εν ολίγοις, δεν αφορά τους αριθμούς μόνο, αλλά την ίδια τη δομή της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης.
Η μάχη της πρωτιάς μεταξύ ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ παραμένει εξαιρετικά αμφίρροπη. Οι περισσότερες δημοσκοπήσεις καταγράφουν είτε απόλυτη ισοπαλία είτε οριακές διαφορές, εντός του στατιστικού σφάλματος. Στη διευκρινισμένη ψήφο, τα δύο κόμματα κινούνται γύρω στο 21%-23%, επιβεβαιώνοντας αφενός τη μεταξύ τους ισορροπία, αφετέρου τη συνολική τους αποδυνάμωση. Το γεγονός ότι η «παράσταση νίκης» τείνει να ευνοεί τον ΔΗΣΥ δημιουργεί μια δυναμική που μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμη στην τελική ευθεία, ιδιαίτερα ως προς την κατεύθυνση των αναποφάσιστων. Ωστόσο, η διαφορά είναι τόσο οριακή ώστε οποιαδήποτε μετακίνηση της τελευταίας στιγμής μπορεί να ανατρέψει την τελική κατάταξη.
Οι άλλες μάχες
Πίσω από τη μάχη της κορυφής διαμορφώνεται ένα εξίσου σημαντικό πεδίο ανταγωνισμού για τις επόμενες θέσεις. Το ΕΛΑΜ φαίνεται να παγιώνεται στην τρίτη θέση, με ποσοστά που κυμαίνονται γύρω στο 10%-13%. Όμως, στις τελευταίες μετρήσεις αχνοφαίνεται κάποια αμφισβήτηση της δύναμης της Άκρας Δεξιάς, από τα δύο κόμματα που εισέρχονται δυναμικά στο τελευταίο στάδιο της προεκλογικής, το ΑΛΜΑ και την Άμεση Δημοκρατία. Ωστόσο, η σταθερότητα του ΕΛΑΜ, όπως αυτή καταγράφεται στις μετρήσεις, αποτελεί ένδειξη ότι έχει κατορθώσει να συγκροτήσει έναν συμπαγή πυρήνα ψηφοφόρων, σε αντίθεση με άλλα κόμματα που εμφανίζουν έντονες διακυμάνσεις. Το ΕΛΑΜ αξιοποιεί τη γενικευμένη απογοήτευση και λειτουργεί ως βασικός εκφραστής της ψήφου διαμαρτυρίας, χωρίς ωστόσο να εμφανίζει την ίδια ρευστότητα που χαρακτηρίζει άλλους σχηματισμούς.
Αντίθετα, η μάχη για την τέταρτη, πέμπτη και έκτη θέση είναι απολύτως ανοικτή. Το ΑΛΜΑ, η Άμεση Δημοκρατία, ίσως και το ΔΗΚΟ κινούνται σε παρόμοια επίπεδα, με μικρές αποκλίσεις που αλλάζουν από δημοσκόπηση σε δημοσκόπηση. Σε ορισμένες μετρήσεις το ΔΗΚΟ εμφανίζεται να ανακάμπτει, σε άλλες το ΑΛΜΑ καταγράφει δυναμική ανόδου, ενώ η Άμεση Δημοκρατία παρουσιάζεται ως ο απρόβλεπτος παράγοντας, ικανός είτε να διεκδικήσει υψηλή θέση είτε να υποχωρήσει. Αυτή η αστάθεια δεν είναι μεθοδολογικό σφάλμα, αλλά μάλλον αντικατοπτρίζει την πραγματική ρευστότητα της εκλογικής βάσης των συγκεκριμένων κομμάτων. Στην εξίσωση της εισδοχής στη Βουλή μπαίνει αποφασιστικά και το Volt, το άλλο νεοφερμένο κόμμα, αφού όλες οι μετρήσεις του δίνουν ποσοστά ικανά να το καταστήσουν μέρος του Κοινοβουλίου.
Ο καταλύτης
Καθοριστικός παράγοντας για την τελική έκβαση είναι το υψηλό ποσοστό των αναποφάσιστων, το οποίο σε ορισμένες μετρήσεις προσεγγίζει ή και υπερβαίνει το 25%. Πρόκειται για μια «δεξαμενή» ψηφοφόρων με χαλαρή κομματική ταύτιση, που αναμένεται να αποφασίσει πού θα ρίξει την ψήφο του τις τελευταίες ημέρες πριν από την κάλπη. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι ένα σημαντικό μέρος των αναποφάσιστων τείνει να κατευθύνεται προς τα μεγάλα κόμματα, ιδιαίτερα προς τον ΔΗΣΥ. Αν αυτό επαναληφθεί, ενδέχεται να περιοριστεί η εκλογική διασπορά και να ενισχυθεί ο δικομματισμός, έστω και μερικώς. Αν όμως οι αναποφάσιστοι κινηθούν προς άλλες κατευθύνσεις, κυρίως προς τα νέα κόμματα, τότε το τελικό αποτέλεσμα θα είναι τελεσιδίκως ο πολυκερματισμός της κομματικής σκηνής.
Η πρωτοφανής ρευστότητα που παρουσιάζεται στο εκλογικό σώμα δεν χρειάζεται ιδιαίτερες αναλύσεις αφού ενισχύεται και συνδέεται κυρίως με τη γενικευμένη κοινωνική απογοήτευση. Τα ποσοστά των πολιτών που θεωρούν ότι η χώρα κινείται προς λάθος κατεύθυνση σε κάποιες μετρήσεις φθάνουν το 70%, ενώ η δυσαρέσκεια για την οικονομία, τη διαφθορά και την αποτελεσματικότητα των θεσμών είναι ιδιαίτερα έντονη. Παράλληλα, η απαξίωση του έργου της απερχόμενης Βουλής και της εκτελεστικής εξουσίας ενισχύει τη διάθεση για αναζήτηση εναλλακτικών επιλογών. Αυτό εξηγεί γιατί ένα σημαντικό ποσοστό πολιτών δηλώνει ότι δεν αισθάνεται ότι εκπροσωπείται από κανένα κόμμα.
Συγκυριακοί ψηφοφόροι
Η αποδυνάμωση των παραδοσιακών κομματικών ταυτίσεων είναι ίσως η πιο βαθιά αλλαγή. Οι ψηφοφόροι δεν λειτουργούν πλέον με όρους σταθερής ένταξης σε κομματικά κατεστημένα, αλλά με κριτήρια, θα έλεγε κάποιος, συγκυριακά και πολλές φορές αντανακλαστικά. Αυτό πλήττει πρωτίστως τα μεγάλα κόμματα, τα οποία στηρίζονταν ιστορικά σε ισχυρούς μηχανισμούς συσπείρωσης. Σήμερα, ακόμα και αυτά δυσκολεύονται να διατηρήσουν τη συνοχή της εκλογικής τους βάσης, ενώ τα μικρότερα κόμματα επωφελούνται από τη διάχυτη κινητικότητα και ρευστότητα που επικρατούν.
Η επόμενη μέρα
Το πιο κρίσιμο, ωστόσο, αφορά τη μετεκλογική κοινοβουλευτική συνεργασία. Όλα τα σενάρια συγκλίνουν στο ότι η επόμενη Βουλή θα είναι πολυκομματική, με παρουσία επτά κομμάτων, αλλά καμία μέτρηση δεν αποκλείει ο αριθμός των σχηματισμών στη Βουλή να εκτοξευθεί στους δέκα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον η διαμόρφωση σταθερών κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη. Θα πρέπει να αναζητηθούν κώδικες επικοινωνίας αρκετών κομμάτων, τριών τουλάχιστον, για να υπάρξει οποιοσδήποτε συντονισμός εντός του Σώματος ώστε να εγκρίνονται βασικές νομοθετικές πρωτοβουλίες.
Μια τέτοια εξέλιξη τι σημαίνει στην πράξη; Ότι η επίδραση των μικρότερων κομμάτων θα είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με τα ποσοστά τους. Κόμματα του 6%-10% μπορούν να αναδειχθούν σε καταλύτες των εξελίξεων, επηρεάζοντας καθοριστικά τη νομοθετική ατζέντα ή ακόμη και μπλοκάροντας αποφάσεις. Ταυτόχρονα, η έλλειψη δοκιμασμένων συνεργασιών, όπως υπήρξε π.χ. πολλές πενταετίες μεταξύ ΔΗΣΥ και ΔΗΚΟ, κάτι που τώρα φαντάζει εκτός πραγματικότητας, είναι ξεκάθαρο πως θα δημιουργήσει αδιέξοδα και θα χρειαστούν μεγάλες συναινέσεις. Με λίγα λόγια, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα οι βουλευτικές εκλογές σε έναν μήνα να σχηματίσουν ένα Κοινοβούλιο το οποίο θα έχει δυσλειτουργικά χαρακτηριστικά και ίσως αδύνατες κοινοβουλευτικές συμμαχίες.
Το πολιτικό σύστημα μεταβαίνει από ένα μοντέλο σχετικής σταθερότητας σε ένα περιβάλλον αυξημένου πλουραλισμού, αλλά και αστάθειας. Το πραγματικό διακύβευμα των εκλογών, επομένως, δεν είναι μόνο ποιος θα καταλάβει την πρώτη θέση, αλλά αν, και κατά πόσον, θα μπορέσουν να διασφαλιστούν η λειτουργικότητα και η αποτελεσματικότητα της Βουλής την επόμενη μέρα.







