Επί μιάμιση ώρα, ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης μιλούσε στο πλαίσιο της διάσκεψης Τύπου που διοργάνωσε για να απαντήσει στα ευρήματα της έρευνας της Αρχής κατά της Διαφθοράς, αλλά επί της ουσίας για τα σημαντικά ζητήματα και τα ενδεχόμενα ποινικά αδικήματα που εντοπίζονται, δεν απάντησε. Η χθεσινή παρουσία του Νίκου Αναστασιάδη έχοντας στο πλάι τους νομικούς Θεόδωρο Οικονόμου και Αχιλλέα Αιμιλιανίδη, αναλώθηκε περισσότερο σε απαντήσεις προς τον Μακάριο Δρουσιώτη και τις αναφορές στο βιβλίο του Κράτος Μαφία, παρά προς την ουσία των ευρημάτων της έρευνας των λειτουργών επιθεώρησης που συνέταξαν το πόρισμα για την Αρχή κατά της Διαφθοράς. Και αυτό διότι, οι αναφορές στο πόρισμα της Αρχής δεν περιορίστηκαν μόνο στο περιεχόμενο του βιβλίου του Μακάριου Δρουσιώτη. Σε σχέση με τις απαντήσεις που έδωσε σχετικά με τα ευρήματα της έρευνας, αυτό που μπορεί να πει κάποιος είναι ότι τουλάχιστον…. ελέγχονται. Σχολιάζεται επίσης έντονα, ότι σημαντικό μέρος των αναφορών του Νίκου Αναστασιάδη, αποτελούν προσπάθεια μηδενισμού της έρευνας από την Αρχή κατά της Διαφθοράς.
Από το σύνολο των τοποθετήσεων του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας, προκύπτει ότι με την προσφιλή τακτική που συνήθιζε συχνά - πυκνά να εφαρμόζει, επέλεξε εντέχνως να αναφερθεί σε άλλα ζητήματα, ίσως παρεμφερή, ενώ δεν ακούστηκε καμιά απολύτως κουβέντα τουλάχιστον για πολιτική ευθύνη, μιας και το θέμα των ενδεχόμενων ποινικών ευθυνών το είχε απορρίψει από την πρώτη ημέρα ανακοίνωσης της έκθεσης για το «Κράτος Μαφία». Αναλώθηκε αρκετά, σε νομικές εξηγήσεις για τη διαφορά μεταξύ της μεθόδου με το ισοζύγιο πιθανοτήτων για διάπραξη των ποινικών αδικημάτων που αναφέρονται στην έκθεση της Αρχής και την ποινική διαδικασία που ένα αδίκημα στο Δικαστήριο πρέπει να αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Κάτι που επίσης σχολιάζεται έντονα, κυρίως σε νομικούς κύκλους, είναι ότι η χθεσινή τοποθέτηση του Νίκου Αναστασιάδη ήταν εντελώς λανθασμένη από τη στιγμή που δεν είχε στα χέρια το πλήρες κείμενο του πορίσματος της Αρχής, παρά μόνο το 67σέλιδο περιληπτικό σημείωμα που έδωσε στη δημοσιότητα. Στο πλήρες κείμενο που αριθμεί - όπως λέγεται - γύρω στις 3000 σελίδες, ενδέχεται να υπάρχουν και άλλα στοιχεία τα οποία για διαφορετικούς λόγους και ενόψει της επικείμενης ποινικής έρευνας δεν αναφέρθηκαν στην ανακοίνωση της Αρχής ή αναφέρθηκαν ακροθιγώς χωρίς λεπτομέρειες. Η χθεσινή δημόσια παρέμβαση του Νίκου Αναστασιάδη, δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τα επόμενα βήματα της διαδικασίας που πρέπει να γίνουν. Ο ίδιος πλέον ελέγχεται για συγκεκριμένα ποινικά αδικήματα, και εναπόκειται στην ποινική έρευνα που θα διεξαχθεί, να καταδείξει εάν και ποια πρόσωπα θα οδηγηθούν εν τέλει ενώπιον της δικαιοσύνης και για ποια ποινικά αδικήματα ενδέχεται να κατηγορηθούν.
Ο Νίκος Αναστασιάδης με τις απαντήσεις που έδωσε μετά την ολοκλήρωση της αρχικής του τοποθέτησης, έθεσε εαυτόν στη διάθεση της δικαιοσύνης, ξεκαθαρίζοντας και το θέμα που συζητήθηκε τις προηγούμενες ημέρες για την ασυλία του. Κληθείς να σχολιάσει κατά πόσο προκύπτει ζήτημα ασυλίας, ανέφερε χαρακτηριστικά ότι, «δεν θεωρώ ότι υπάρχει θέμα ασυλίας, αλλά και να υπήρχε, και βεβαίως θα την απαρνιόμουν».
Τα πέντε κεφάλαια
Στην αρχική του τοποθέτηση έκτασης 15 σελίδων και 5200 λέξεων, ο Νίκος Αναστασιάδης αναφέρθηκε σε πέντε κεφάλαια και σε όσα του καταλογίζουν, εκφράζοντας τη θέση ότι είτε πρόκειται για ισχυρισμούς στο βιβλίο του Μακάριου Δρουσιώτη είτε για ευρήματα του πορίσματος της Αρχής κατά της Διαφθοράς, καταρρίπτονται από τα όσα υποστηρίζει ο ίδιος.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό για συμφωνία του με τον Ρώσο ολιγάρχη Ριμπολόβλεφ, για τροποποίηση της νομοθεσίας προς εξυπηρέτησή του, ο κ. Αναστασιάδης είπε ότι ο ισχυρισμός «κατέρρευσε αφού τον ψήφισε σχεδόν ομόφωνα η Βουλή, με μόνο δύο αρνητικές ψήφους, ύστερα από τη στήριξη του συνόλου της συντεταγμένης πολιτείας, Κυβέρνησης, Κεντρικής Τράπεζας, Συνδέσμου Τραπεζών, Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, ΣΕΛΚ, ΚΕΒΕ, STEP, τότε Γενικού Εισαγγελέα και όσων κλήθηκαν να εκφέρουν απόψεις για τη σχετική πρόταση Νόμου».
Για τη σύλληψη της Ριμπολόβλεβα, σημείωσε ότι σε κανένα σημείο του βιβλίου του Μ. Δρουσιώτη ή της Έκθεσης της Αρχής δεν γίνεται αναφορά για οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση ενέργεια του τέως Προέδρου προς οποιαδήποτε αρχή ή όργανο που να υποδηλοί γνώση ή εμπλοκή του στη σύλληψη.
Όσον αφορά τη διαπίστωση των λειτουργών επιθεώρησης, στη βάση του ισοζυγίου πιθανοτήτων ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ του τέως Προέδρου και του Ριμπολόβλεφ, για κάλυψη του κόστους ιδιωτικής πτήσης του τέως Προέδρου από τις Βρυξέλλες στην Αθήνα στις 21/3/2014, ο κ. Αναστασιάδης ανέφερε ότι το εύρημα της Αρχής κατά της Διαφθοράς, πως ο τέως Πρόεδρος ενδέχεται να διέπραξε το αδίκημα της «εμπορίας επηρεασμού» αποδεχόμενος αθέμιτο πλεονέκτημα, «ανατρέπεται και καταρρέει, αφού το υποτιθέμενο αθέμιτο πλεονέκτημα δεν συνδέεται με τη σύλληψη της Ριμπολόβλεβα αλλά κατά ψευδή ισχυρισμό για την εκτέλεση ενός νέου σχεδίου που "συμφωνήθηκε" μεταγενέστερα».
Για την υπόθεση Focus, ανέφερε ότι ο τότε Γενικός Εισαγγελέας ανακοίνωσε το 2016 ότι τα στοιχεία δεν οδηγούν προς τη διάπραξη οποιωνδήποτε ποινικών αδικημάτων, αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο η αδήλωτη χρηματοδότηση προς κόμματα δεν συνιστούσε ποινικό αδίκημα. Σημείωσε επίσης ότι «ο συκοφαντικός ισχυρισμός» ότι ο ίδιος σφετερίστηκε συνολικά €550.000 που προορίζονταν για τον ΔΗΣΥ καταρρίφθηκε ως «ψευδής και ανυπόστατος» από τους λειτουργούς επιθεώρησης. Παρόλα αυτά, οι λειτουργοί κατέληξαν ότι προκύπτει ενδεχόμενη διάπραξη του αδικήματος κατάχρησης εξουσίας, επειδή ο κ. Αναστασιάδης συναντήθηκε και επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον τότε Γενικό Εισαγγελέα, Κώστα Κληρίδη, εκφράζοντας έντονη δυσαρέσκεια για την πορεία της έρευνας, ζητώντας τον τερματισμό ανακρίσεων. «Είναι πραγματικά πρωτόγνωρο αλλά και θλιβερό, οι λειτουργοί επιθεώρησης να καταλήγουν σε ευρήματα, αποδίδοντας ενδεχόμενη κακουργηματική πράξη στον τέως Πρόεδρο χωρίς να του δώσουν το δικαίωμα να ακουστεί», σημείωσε.
Ο Πρόεδρος σχολίασε και το θέμα με τη συναλλαγή ύψους €250.000 από τη Λαϊκή Τράπεζα το 2011 προς όφελος του ιδίου, που φέρεται να προοριζόταν ως οικονομική στήριξη για την προεκλογική του εκστρατεία, η οποία παρουσιάστηκε παραπλανητικά ως αμοιβή ή προμήθεια και την κατηγορία ότι ο Νίκος Αναστασιάδης καταχράστηκε την επιρροή που δυνατό να ασκούσε σε άλλα πρόσωπα ως πωλητής επιρροής, ο τέως ΠτΔ υποστήριξε ότι ούτε αυτός ο ισχυρισμός τέθηκε ενώπιόν του και δεν του δόθηκε η ευκαιρία να ακουστεί.
Για τα δημοσιεύματα της Δημοσιογραφικής Πλατφόρμας κατά του Οργανωμένου Εγκλήματος (OCCRP) το 2019 και της Διεθνούς Κοινοπραξίας Ερευνητικών Δημοσιογράφων (ICIJ) το 2021, που συνέδεαν την εταιρεία «Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι» με ξέπλυμα εκατομμυρίων δολαρίων του Αλεξάντερ Αμπράμοφ με ένα δίκτυο εταιρειών-κελύφη που λειτουργούσε από το 2006-2013 και με παρεμβάσεις του ιδίου στις πολιτογραφήσεις Αλεξάντερ Αμπράμοφ και Λεονίντ Λεμπέτεφ, είπε ότι «δεν υπάρχει ουδεμία απόδειξη πως το δικηγορικό γραφείο και/ή οι συνεργάτες του παραβίασαν κάποιο νόμο ή διέπραξαν κάποιο αδίκημα». Για το ακίνητο στη Δρομολαξιά, και τα όσα αναφέρονται στο πόρισμα της Αρχής, ο Νίκος Αναστασιάδης επανέλαβε πως ούτε για το συγκεκριμένο θέμα ακούστηκε κατά την παρουσία του ενώπιον των ερευνώντων λειτουργών.
«Έλλειψη βούλησης»
Σε άλλο σημείο της τοποθέτησής του και αφού απέρριψε τα ευρήματα της Αρχής κατά της Διαφθοράς ο Νίκος Αναστασιάδης, διευκρίνισε ότι δεν αποδίδει κακή πίστη στους λειτουργούς ή τα Μέλη της Αρχής, «αλλά τους καταλογίζω έλλειψη της απαιτούμενης ισχυρής βούλησης να αντισταθούν στον λαϊκισμό, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι λαϊκοί δικαστές, οι δολοφόνοι χαρακτήρων και κακόβουλοι χρήστες του διαδικτύου».







