Μετωπική σύγκρουση έχει ξεσπάσει μεταξύ του Γενικού Ελεγκτή Ανδρέα Παπακωνσταντίνου και του τέως Γενικού Ελεγκτή και επικεφαλής του Κινήματος ΑΛΜΑ, Οδυσσέα Μιχαηλίδη, με τον τελευταίο να κλιμακώνει την αντιπαράθεση και να διατυπώνει νέες σοβαρές καταγγελίες για χειρισμούς της Ελεγκτικής Υπηρεσίας.
Σε ανακοίνωσή του το Σάββατο (27.6), ο κ. Μιχαηλίδης αναφέρει ότι, μετά τις χθεσινές δηλώσεις του Γενικού Ελεγκτή, «έχουν περιέλθει σε γνώση μου πληροφορίες, το βάσιμο των οποίων έχω ελέγξει και επιβεβαιώσει, οι οποίες εγείρουν σοβαρά ερωτήματα ως προς τους λόγους αυτής της αντίδρασης».
Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει, οι πληροφορίες αυτές αφορούν «αποφάσεις του Γενικού Ελεγκτή να κρατήσει στο συρτάρι για περίπου 20 μήνες υπόθεση εξαιρετικά μεγάλης χρηματικής αξίας σε δημόσια σύμβαση, καθώς ως προς το τελικό περιεχόμενο και τον χρόνο έκδοσης δύο εκθέσεων της Ελεγκτικής Υπηρεσίας».
Ο επικεφαλής του ΑΛΜΑ προσθέτει ακόμη ότι «και οι τρεις περιπτώσεις συνδέονται με αποφάσεις στις οποίες είχε προσωπική εμπλοκή ή ενδιαφέρον ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας».
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι η άρνηση του Γενικού Ελεγκτή να παρέχει στοιχεία στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ελέγχου και να αποδέχεται παραπομπές υποθέσεων για έλεγχο δημιουργεί «σοβαρό ζήτημα θεσμικής λογοδοσίας», επιμένοντας ότι «η ανεξαρτησία της Ελεγκτικής Υπηρεσίας δεν σημαίνει ασυδοσία ούτε απαλλαγή από κάθε μορφή λογοδοσίας προς τη Βουλή».
Ο κ. Μιχαηλίδης αναφέρει ακόμη ότι την ερχόμενη Πέμπτη θα θέσει το θέμα ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ελέγχου, σημειώνοντας πως «όταν ένας ανεξάρτητος αξιωματούχος δηλώνει δημόσια ότι δεν θα συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που ο νόμος τού επιβάλλει έναντι της Βουλής, δημιουργείται σοβαρό θεσμικό ζήτημα που δεν μπορεί να μείνει αναπάντητο».
Η νέα παρέμβαση του τέως Γενικού Ελεγκτή έρχεται σε συνέχεια της χθεσινής δημόσιας σύγκρουσης με τον Ανδρέα Παπακωνσταντίνου, ο οποίος είχε δηλώσει στο ραδιόφωνο του Πολίτη ότι δεν πρόκειται να επιτρέψει οποιαδήποτε παρέμβαση στην ανεξαρτησία της Ελεγκτικής Υπηρεσίας και είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν θα παραδώσει τα πρακτικά της Διευθυντικής Ομάδας στη Βουλή.
Αυτούσια η ανακοίνωση του κινήματος Άλμα
Εδώ και χρόνια η κυπριακή κοινωνία βιώνει τις συνέπειες του ανέλεγκτου του Γενικού Εισαγγελέα. Τώρα, δυστυχώς, φαίνεται να προβάλλεται αξίωση για ένα δεύτερο «ανέλεγκτο», αυτή τη φορά από τον ίδιο τον Γενικό Ελεγκτή.
Με σκοπό την ετοιμασία της πρότασης νόμου που προεκλογικά είχαμε εξαγγείλει για τη θεσμοθέτηση της Διευθυντικής Ομάδας της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, ζήτησα τα πρακτικά των τελευταίων συνεδριάσεών της. Πρόκειται για έγγραφα καθαρά διοικητικής φύσης, τα οποία, κατά την άποψή μου, θα μπορούσαν ακόμη και να είναι δημοσιευμένα στην ιστοσελίδα της Υπηρεσίας.
Η πρόταση νόμου αποστάλθηκε τελικά χθες στις υπηρεσίες της Βουλής για νομοτεχνικό έλεγχο και θα κατατεθεί την ερχόμενη Πέμπτη. Με αυτήν θεσμοθετείται η Διευθυντική Ομάδα, την οποία είχα εισαγάγει το 2019, στη βάση εισηγήσεων Βρετανών εμπειρογνωμόνων της Ελεγκτικής Υπηρεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου, για ενίσχυση της διαφάνειας και της συλλογικότητας στη λήψη αποφάσεων, και η οποία σήμερα έχει ουσιαστικά ατονήσει. Παράλληλα, με την πρόταση νόμου, ενισχύονται οι θεσμικές εγγυήσεις για την ανεξαρτησία της Ελεγκτικής Υπηρεσίας. Αυτές είναι οι αρχές για τις οποίες έδωσα μάχες επί δέκα χρόνια ως Γενικός Ελεγκτής. Ποτέ δεν διεκδίκησα ή υποστήριξα το ανέλεγκτο του θεσμού
Η χθεσινή επίθεση του Γενικού Ελεγκτή εναντίον της Προέδρου της Βουλής, του Προέδρου και μελών της Επιτροπής Ελέγχου και εμένα προσωπικά, με τρόπο που προσέδωσε πολιτική χροιά σε ένα καθαρά θεσμικό ζήτημα, ήταν πρωτοφανής και δυσανάλογη. Η δήλωσή του ότι δεν προτίθεται να παρέχει στοιχεία στην Επιτροπή Ελέγχου και ότι δεν αποδέχεται καν να του παραπέμπονται υποθέσεις για τη διεξαγωγή ελέγχων δημιουργεί σοβαρό ζήτημα θεσμικής λογοδοσίας.
Για δέκα χρόνια η Ελεγκτική Υπηρεσία συνεργαζόταν στενά με την Επιτροπή Ελέγχου της Βουλής, η οποία αποτελούσε θεσμικό της σύμμαχο στην άσκηση του κοινοβουλευτικού ελέγχου. Η ανεξαρτησία της Ελεγκτικής Υπηρεσίας δεν σημαίνει ασυδοσία ούτε απαλλαγή από κάθε μορφή λογοδοσίας προς τη Βουλή.
Μετά τις χθεσινές δηλώσεις έχουν περιέλθει σε γνώση μου πληροφορίες, το βάσιμο των οποίων έχω ελέγξει και επιβεβαιώσει, οι οποίες εγείρουν σοβαρά ερωτήματα ως προς τους λόγους αυτής της αντίδρασης. Οι πληροφορίες αυτές αφορούν αποφάσεις του Γενικού Ελεγκτή να κρατήσει στο συρτάρι για περίπου 20 μήνες υπόθεση εξαιρετικά μεγάλης χρηματικής αξίας σε δημόσια σύμβαση, καθώς ως προς το τελικό περιεχόμενο και τον χρόνο έκδοσης δύο εκθέσεων της Ελεγκτικής Υπηρεσίας. Και οι τρεις περιπτώσεις συνδέονται με αποφάσεις στις οποίες είχε προσωπική εμπλοκή ή ενδιαφέρον ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
Υπό το φως των πιο πάνω, η απρόκλητη και δυσανάλογη επίθεση του Γενικού Ελεγκτή εναντίον της Προέδρου της Βουλής και της Επιτροπής Ελέγχου, σε συνδυασμό με την επιλογή του να οδηγήσει σε αδράνεια τη Διευθυντική Ομάδα, καθιστούν ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη πλήρους θεσμικής διαφάνειας και λογοδοσίας. Μόνο έτσι μπορεί να διασφαλίζεται ότι ο Γενικός Ελεγκτής θα ενεργεί ως πραγματικά ανεξάρτητος θεσμικός αξιωματούχος και όχι με τρόπο που θα εξυπηρετεί, ή που εύλογα θα δημιουργεί την εντύπωση ότι εξυπηρετεί, τις πολιτικές επιδιώξεις του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Την Πέμπτη θα θέσω το ζήτημα ενώπιον των συναδέλφων μου στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ελέγχου. Όταν ένας ανεξάρτητος αξιωματούχος δηλώνει δημόσια ότι δεν θα συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που ο νόμος τού επιβάλλει έναντι της Βουλής, δημιουργείται σοβαρό θεσμικό ζήτημα που δεν μπορεί να μείνει αναπάντητο.
Η διεθνής πρακτική είναι σαφής. Όπως αποτυπώνεται και στο διεθνώς αναγνωρισμένο «τρίγωνο λογοδοσίας», το οποίο ως Γενικός Ελεγκτής παρουσίασα δημόσια το 2020, οι Ανώτατες Ελεγκτικές Υπηρεσίες λειτουργούν με πλήρη ανεξαρτησία έναντι της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά ταυτόχρονα λογοδοτούν θεσμικά στο Κοινοβούλιο, με το οποίο συνεργάζονται για την αποτελεσματικότερη άσκηση του δημόσιου ελέγχου. Το σχετικό διάγραμμα επισυνάπτεται.
Η Βουλή δεν καλείται μόνο να υπερασπιστεί τις αρμοδιότητές της και το θεσμικό της κύρος. Καλείται να υπερασπιστεί μια θεμελιώδη αρχή της δημοκρατικής λογοδοσίας, όπως αυτή εφαρμόζεται σε όλα τα σύγχρονα κράτη δικαίου, αλλά και το δικαίωμα των πολιτών να γνωρίζουν ότι κανένας θεσμός δεν βρίσκεται υπεράνω λογοδοσίας.
Λευκωσία, 27 Ιουνίου 2026







