Ο περιλάλητος αλλά περιορισμένης τελικά έκτασης ανασχηματισμός της κυβέρνησης δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι αποτελεί μια νέα πολιτική αφετηρία. Συνιστά, αντίθετα, μια ακόμη ένδειξη ότι ο Νίκος Χριστοδουλίδης έχει εισέλθει σε φάση πολιτικής διαχείρισης, όπου οι εκλογικοί σχεδιασμοί του φαίνεται να αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα από την ανάγκη παραγωγής ουσιαστικού κυβερνητικού έργου. Ο Πρόεδρος είχε την ευκαιρία να προχωρήσει σε μια βαθιά επανεκκίνηση, να παραδεχθεί ότι σε αρκετούς τομείς η κυβέρνησή του δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες που ο ίδιος καλλιέργησε και να παρουσιάσει μια ομάδα ικανή να αντιμετωπίσει τα μεγάλα προβλήματα της χώρας, έστω και το τελευταίο τρίτο της θητείας της διακυβέρνησης. Ωστόσο λειτούργησε ακόμη μια φορά με οδηγό την ενίσχυση της επικοινωνιακής του πολιτικής και στόχο την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.
Ο συρφετός του «κομματισμού»
Η βασική πολιτική υπόσχεση με την οποία εξελέγη ήταν η δημιουργία μιας κυβέρνησης των αρίστων, απαλλαγμένης από κομματικές εξαρτήσεις και παραδοσιακές ισορροπίες. Τριάμισι χρόνια μετά, η εικόνα που εκπέμπεται είναι σχεδόν η αντίθετη. Ο ανασχηματισμός δεν σηματοδοτεί ρήξη με τον «κομματισμό» αλλά δείχνει ότι οι πολιτικές ισορροπίες εξακολουθούν να καθορίζουν τις σημαντικότερες αποφάσεις του Προεδρικού.
Οι στοχεύσεις του Προέδρου
Οι επιλογές του Προέδρου φαίνεται να υπηρετούν δύο βασικούς στόχους: Ο πρώτος είναι η ακόμη στενότερη σύνδεση με το ΔΗΚΟ. Με τον διορισμό επιπλέον στελεχών του κόμματος, όπως του Χρίστου Σενέκη και της Εύης Τσολάκη, το ΔΗΚΟ ενισχύει περαιτέρω την παρουσία και την επιρροή του στην κυβέρνηση. Είναι προφανές ότι ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιδιώκει να διασφαλίσει ότι ο σημαντικότερος κυβερνητικός του σύμμαχος θα παραμείνει πολιτικά προσκολλημένος στη διακυβέρνησή του και, κατ' επέκταση, σε μια πιθανή υποψηφιότητά του το 2028. Η σύνθεση του νέου Υπουργικού Συμβουλίου δίνει την εντύπωση ότι κινείται σε σχέση με το ΔΗΚΟ στην κατεύθυνση που θέλει και επιδιώκει. Η πολιτική ωστόσο είναι μια ρέουσα διαδικασία, επομένως τίποτα δεν είναι στην προκειμένη περίπτωση διαμορφωμένο τελεσιδίκως. Εν ολίγοις, παραμένει ανοικτό κατά πόσο αυτή η στρατηγική θα αποδώσει. Οι πολιτικές συμμαχίες δεν εξασφαλίζονται μόνο με συμμετοχή στην εξουσία αλλά και από τις πολιτικές προοπτικές κάθε κόμματος. Το ΔΗΚΟ βρίσκεται πλέον ακόμη πιο βαθιά μέσα στην κυβερνητική ευθύνη και αυτό σημαίνει ότι θα κριθεί μαζί με την κυβέρνηση για τα αποτελέσματά της. Εάν η κοινωνική δυσαρέσκεια ενισχυθεί, η στενή αυτή ταύτιση μπορεί να εξελιχθεί σε πολιτικό βάρος αντί σε πλεονέκτημα.
Διεμβολισμός του ΔΗΣΥ
Ο δεύτερος στόχος φαίνεται να ήταν, και είναι ακόμη, η διείσδυση του Νίκου Χριστοδουλίδη στον Δημοκρατικό Συναγερμό και γενικότερα προς τον κεντροδεξιό χώρο. Ο Πρόεδρος γνωρίζει ότι μια νέα εκλογική νίκη δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στα κόμματα που τον ανέδειξαν στην εξουσία. Θα ήθελε να επαναληφθεί το σενάριο διεμβολισμού του ΔΗΣΥ όπως αυτό επιτεύχθηκε και στον δεύτερο γύρο των Προεδρικών του 2023. Αυτή η διείσδυση προς τις δυνάμεις του ΔΗΣΥ γίνεται ακόμη πιο έντονη μετά και τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών αφού και οι τρεις βασικοί του σύμμαχοι, ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ και ΔΗΠΑ, εξήλθαν της κάλπης σημαντικά αποδυναμωμένοι σε σχέση με το εκλογικό τους αποτύπωμα του 2023. Η ΕΔΕΚ και η ΔΗΠΑ έμειναν εκτός Βουλής, ενώ και το ΔΗΚΟ κατέγραψε απώλειες. Αυτό δημιουργεί ένα νέο πολιτικό περιβάλλον, στο οποίο ο Πρόεδρος αναζητεί αναγκαστικά νέες δεξαμενές πολιτικής στήριξης.
Ωστόσο, η προσπάθεια προσέγγισης του ΔΗΣΥ δεν φαίνεται, μέχρι στιγμής, να έχει αποδώσει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Ο Δημοκρατικός Συναγερμός εξακολουθεί να διατηρεί τη δική του πολιτική στρατηγική και βγήκε υποφερτά δυνατός στην τελευταία αναμέτρηση, κάτι που, επί του παρόντος, δεν προκύπτει ότι δημιουργεί ουσιαστικό ρεύμα μετακίνησης στελεχών ή ψηφοφόρων προς το Προεδρικό. Αυτό μπορεί να σημαίνει ουσιαστικά ότι ο Πρόεδρος κινδυνεύει να βρεθεί σε μια ενδιάμεση κατάσταση κατά την οποία, από τη μια, να έχει δεσμεύσει ακόμη περισσότερο τους παραδοσιακούς συμμάχους του αλλά, από την άλλη, να μην έχει πετύχει την επιθυμητή διεύρυνση προς τον ευρύτερο κεντροδεξιό χώρο.
Τα προβλήματα;
Είναι σαφές, επομένως, ότι η δημόσια συζήτηση για τον ανασχηματισμό περιστρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τα πρόσωπα, τις κομματικές ισορροπίες και τους εκλογικούς σχεδιασμούς. Αντιθέτως, ελάχιστη συζήτηση γίνεται για την ουσία της πολιτικής. Ποια νέα στρατηγική παρουσιάζει η κυβέρνηση για την ακρίβεια; Πώς θα αντιμετωπιστεί η στεγαστική κρίση, το ενεργειακό κόστος, η αποτελεσματικότητα του κράτους, οι καθυστερήσεις στη δικαιοσύνη, η μεταρρύθμιση της δημόσιας υπηρεσίας και κυρίως η πορεία του Κυπριακού; Σε αυτά τα κρίσιμα ερωτήματα ο ανασχηματισμός και τα κυβερνητικά πρόσωπα δεν δίνουν επί του παρόντος κάποιες απαντήσεις.
Αξιολόγηση και... χρώματα
Η όποια αξιολόγηση της κυβέρνησης δεν γίνεται με βάση το κομματικό χρώμα των υπουργών της αλλά από τα αποτελέσματα που παράγει. Η καθημερινότητα παραμένει δύσκολη για μεγάλο μέρος της κοινωνίας και η αίσθηση που επικρατεί είναι ότι η κυβέρνηση ασχολείται περισσότερο με τη διαμόρφωση των πολιτικών συσχετισμών της επόμενης προεδρικής εκλογής παρά με την επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η χώρα σήμερα.
Με λίγα λόγια, ο ανασχηματισμός της κυβέρνησης Χριστοδουλίδη μοιάζει περισσότερο με επένδυση στην πολιτική αυτοσυντήρηση του ίδιου του Πρόεδρου αλλά και στους σχεδιασμούς του για τη νέα προεδρική αναμέτρηση. Αν αυτός ήταν ο στόχος του Προέδρου, ίσως να πέτυχε να ενισχύσει ορισμένες κομματικές ισορροπίες. Αν, όμως, στόχος ήταν να πείσει την κοινωνία ότι η κυβέρνησή του αλλάζει πορεία και αποκτά νέα δυναμική, τότε ο ανασχηματισμός δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί επιτυχημένος. Η πραγματική πρόκληση για τον Νίκο Χριστοδουλίδη δεν είναι να εξασφαλίσει τις συμμαχίες του 2028. Είναι να αποδείξει, πολύ πριν φτάσει σε εκείνη την αναμέτρηση, ότι μπορεί να δώσει αποτελεσματικές λύσεις στα προβλήματα που απασχολούν την κυπριακή κοινωνία. Εκεί θα κριθεί τελικά η διακυβέρνησή του και όχι στις ισορροπίες ενός ανασχηματισμού.






