Ο νόμος που διέπει τον έλεγχο των εκλογικών δαπανών των υποψήφιων βουλευτών παρουσιάζει σημαντικά κενά, αδυναμίες και ασάφειες, οι οποίες επιτρέπουν τόσο στους υποψήφιους όσο και στα κόμματα να παραβιάζουν με ευκολία το όριο των €30.000 που καθορίζεται ως οροφή εκλογικών δαπανών, €5.000 για προσωπικά έξοδα και €25.000 για όλα τα υπόλοιπα έξοδα.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία, που είναι η αρμόδια για τον έλεγχο των εκλογικών δαπανών, έχει ζητήσει επανειλημμένα την τροποποίηση της νομοθεσίας, επισημαίνοντας ότι το υφιστάμενο πλαίσιο περιορίζει σημαντικά το εύρος του ελέγχου που μπορεί να ασκήσει.
Λόγω των πολλών αδυναμιών της ισχύουσας νομοθεσίας, το ποσό των €30.000 για τις προεκλογικές δαπάνες των υποψηφίων μπορεί να παραβιαστεί εύκολα με τους εξής τρόπους:
Πληρωμές με μετρητά.
Πληρωμές μέσω τρίτων φυσικών ή νομικών προσώπων.
Πληρωμές που πραγματοποιούνται πριν την έναρξη της επίσημης προεκλογικής περιόδου ή μετά τις εκλογές.
Η κοροϊδία
Ο έλεγχος των εκλογικών δαπανών των υποψήφιων βουλευτών καλύπτει την περίοδο που αρχίζει τρεις μήνες πριν από την ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η επίσημη προεκλογική περίοδος αρχίζει στις 24/2/2026 και ολοκληρώνεται στις 24/5/2026, ημέρα των εκλογών. Συνεπώς, οποιεσδήποτε δαπάνες και προεκλογικά έξοδα πραγματοποιηθούν από υποψήφιους βουλευτές ή από κόμματα για λογαριασμό τους πριν από τις 24/2/2026 δεν δηλώνονται στις εκθέσεις εκλογικών δαπανών που υποβάλλονται προς έλεγχο. Ήδη, ορισμένοι υποψήφιοι βουλευτές έχουν αρχίσει από τις αρχές του μήνα την προεκλογική τους εκστρατεία, διοργανώνοντας συγκεντρώσεις και προβαίνοντας σε διαφημίσεις τόσο στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης όσο και σε διαφημιστικές πινακίδες.
Περαιτέρω, οι υποψήφιοι μπορούν να προβούν πριν από τις 24/2/2026 στην αγορά και προπληρωμή διαφόρων υπηρεσιών, όπως για παράδειγμα τη διοργάνωση δεξιώσεων, τη χρήση αιθουσών ξενοδοχείων ή κέντρων αναψυχής, την αγορά δώρων κ.ά. Οι υπηρεσίες αυτές δύνανται να παρασχεθούν εντός της επίσημης προεκλογικής περιόδου (24/2/2026 – 24/5/2026), χωρίς όμως να δηλωθούν ως εκλογικές δαπάνες, αφού η σχετική πληρωμή θα πραγματοποιηθεί πριν από την έναρξη της περιόδου που υπόκειται σε έλεγχο. Κατά συνέπεια, οι εν λόγω δαπάνες δεν συνυπολογίζονται στο ανώτατο όριο των €30.000.
Επιπλέον, δεν δηλώνονται από τους υποψήφιους ούτε τα έξοδα που καλύπτονται από τρίτους, όπως συγγενείς, φίλους, εταιρείες ή ακόμη και από τα ίδια τα κόμματά τους, γεγονός που επιτείνει περαιτέρω την αδιαφάνεια και υπονομεύει την αποτελεσματικότητα του ελέγχου της Ελεγκτικής Υπηρεσίας.
Ο ΥΠΕΣ ζήτησε αύξηση των €30.000 αλλά…
Τον περασμένο Μάιο, όταν η Βουλή και, συγκεκριμένα, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών συζητούσε σειρά προτάσεων νόμου με στόχο τον εκσυγχρονισμό της εκλογικής νομοθεσίας, ο υπουργός Εσωτερικών, Κωνσταντίνος Ιωάννου, με γραπτό σημείωμά του τάχθηκε υπέρ της τροποποίησής της, με σκοπό, μεταξύ άλλων, την αύξηση του ποσού των €30.000 που προβλέπεται σήμερα ως ανώτατο όριο εκλογικών δαπανών για τους υποψήφιους βουλευτές.
Ο κ. Ιωάννου σχολίαζε πρόταση νόμου που κατέθεσαν από κοινού οι βουλευτές του ΑΚΕΛ, Γιώργος Λουκαΐδης και Άριστος Δαμιανού, με την οποία προτεινόταν η αύξηση του ορίου των εκλογικών δαπανών στις €60.000. Παράλληλα, η ίδια πρόταση παρείχε το δικαίωμα σε πολιτικό κόμμα ή σε συνασπισμό κομμάτων να πραγματοποιεί δαπάνες υπέρ υποψηφίων μέχρι του ποσού του €1 εκατ.
Σήμερα, τα κοινοβουλευτικά κόμματα δεν επιτρέπεται να προβαίνουν σε τέτοιου είδους δαπάνες, καθώς η έκτακτη κρατική χορηγία ύψους €2,5 εκατ., την οποία λάμβαναν σε προεκλογικές περιόδους για την κάλυψη των εκλογικών τους εξόδων, έχει ενσωματωθεί από το 2018 στην τακτική ετήσια χορηγία τους. Ως αποτέλεσμα, το συνολικό ύψος της κρατικής χρηματοδότησης προς τα κόμματα έχει αυξηθεί.
Οι δύο βουλευτές του ΑΚΕΛ εισηγήθηκαν, επίσης, με δεύτερη πρόταση νόμου που κατέθεσαν, την τροποποίηση του όρου και του ορισμού των «προεκλογικών δαπανών» στο υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, ώστε να περιλαμβάνεται η υποχρέωση δήλωσης οποιασδήποτε δαπάνης πραγματοποιείται για εκλογικούς σκοπούς, ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο αυτή διενεργείται. Σήμερα, ο νόμος ορίζει ως προεκλογικές δαπάνες μόνο εκείνες που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια της επίσημης προεκλογικής περιόδου, η οποία καθορίζεται ως το χρονικό διάστημα που αρχίζει τρεις μήνες πριν από την ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών και λήγει την ίδια ημέρα.
Ωστόσο, οι δύο προτάσεις νόμου του ΑΚΕΛ δεν προωθήθηκαν προς ψήφιση, με αποτέλεσμα να παραμείνει σε ισχύ ένα διάτρητο εκλογικό πλαίσιο, το οποίο επιτρέπει στους υποψήφιους βουλευτές και στα κόμματα να παραβιάζουν τα όρια των εκλογικών δαπανών.
Δηλώνουν ό,τι να ’ναι
Ακριβώς λόγω του γεγονότος ότι, βάσει της κείμενης νομοθεσίας, η Ελεγκτική Υπηρεσία δεν διαθέτει επαρκή και κατάλληλα ελεγκτικά τεκμήρια ώστε να διενεργεί ουσιαστικό και αποτελεσματικό έλεγχο, πολλοί υποψήφιοι βουλευτές προβαίνουν σε δηλώσεις χωρίς πραγματική αντιστοίχιση με τα πραγματικά τους έξοδα, γνωρίζοντας ότι ο έλεγχος είναι διάτρητος.
Ενδεικτικά, στις βουλευτικές εκλογές του 2021, συνολικά 28 υποψήφιοι βουλευτές δήλωσαν ως μοναδική προεκλογική δαπάνη την πληρωμή του παραβόλου για την υποβολή της υποψηφιότητάς τους. Επιπλέον, άλλοι 97 υποψήφιοι δεν κατέθεσαν οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία ή τιμολόγια για τα έξοδα που δήλωσαν στις εκθέσεις δαπανών τους, καθώς η νομοθεσία δεν προβλέπει ρητή υποχρέωση υποβολής τέτοιων τεκμηρίων. Παράλληλα, 569 υποψήφιοι δήλωσαν εκλογικές δαπάνες έως €5.000, ενώ μόλις έξι υποψήφιοι δήλωσαν δαπάνες μέχρι €30.000, γεγονός που ενισχύει τις υπόνοιες περί συστηματικής απόκρυψης των πραγματικών προεκλογικών εξόδων.
Έκθεση δαπανών και ποινές
Σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, σε περίπτωση που υποψήφιος ή εκλογικός αντιπρόσωπος του παραλείψει να υποβάλει έκθεση εκλογικών δαπανών, θεωρείται ένοχος παράνομης πράξης και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε χρηματικό πρόστιμο έως €340, ή και στις δύο ποινές σωρευτικά. Επιπλέον, το δικαστήριο δύναται να επιβάλει στον καταδικασθέντα τη στέρηση του δικαιώματος του εκλέγειν και τη διαγραφή του ονόματός του από τον εκλογικό κατάλογο για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα επτά έτη.





