Δεν την ανέμενε την αποχώρησή του από την κυβέρνηση ο τέως Υπουργός Εργασίας Γιάννης Παναγιώτου, ο οποίος ανέφερε ότι «όποιος αναλαμβάνει αξίωμα στην εκτελεστική εξουσία γνωρίζει ότι ο διορισμός του είναι ένα τηλεφώνημα από τον Πρόεδρο και η απομάκρυνσή του επίσης ένα τηλεφώνημα μακριά», υπογραμμίζοντας ότι οι υπουργοί οφείλουν να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμοι «όπως ήρθαν, έτσι και να αποχωρήσουν».
Ο τέως υπουργός μιλώντας στο Σίγμα, στην εκπομπή Πρωτοσέλιδο, τοποθετήθηκε τόσο για την απόφαση του Προέδρου της Δημοκρατίας όσο και για το έργο της τριετίας που προηγήθηκε και τις εκκρεμότητες που -όπως τόνισε- πρέπει να συνεχιστούν ανεξάρτητα από πρόσωπα.
Ξεκαθάρισε, πάντως, ότι δεν είχε λάβει οποιαδήποτε προειδοποίηση ή «καμπανάκι» πριν από την απόφαση και ότι η αλλαγή δεν ήταν κάτι που ανέμενε. Την ίδια στιγμή υπενθύμισε ότι το Σύνταγμα δεν προβλέπει διαδικασίες προειδοποίησης για τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, σημειώνοντας πως «δεν είμαστε εργαζόμενοι με εργασιακά δικαιώματα, είμαστε πολιτικά πρόσωπα που υπηρετούμε τη χώρα». Απέφυγε επίσης τον χαρακτηρισμό «πολιτικός αποκεφαλισμός», τονίζοντας ότι αυτός ανήκει στους συνομιλητές του και όχι στον ίδιο.
Ο τέως Υπουργός Εργασίας υπερασπίστηκε με έμφαση το έργο της θητείας του, δηλώνοντας «πολύ ικανοποιημένος» για όσα επιτεύχθηκαν στον τομέα των εργασιακών και κοινωνικών πολιτικών. Όπως είπε, κατά την πρώτη τριετία της διακυβέρνησης διαμορφώθηκαν συνθήκες πλήρους απασχόλησης, ανανεώθηκαν μεγάλες συλλογικές συμβάσεις που εκκρεμούσαν επί χρόνια, καταγράφηκε το υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης διαχρονικά και η ανεργία μειώθηκε στα χαμηλότερα επίπεδα της τελευταίας εικοσαετίας. Παράλληλα, διπλασιάστηκαν οι συμμετοχές σε προγράμματα κατάρτισης και τέθηκαν οι βάσεις για την ενίσχυση της επάρκειας των μισθών.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο ζήτημα της ανισότητας, υποστηρίζοντας ότι μόνο μέσω της ενίσχυσης των μισθών μπορεί να αντιμετωπιστεί ουσιαστικά το φαινόμενο όπου ένα μικρό ποσοστό πολιτών συγκεντρώνει δυσανάλογα υψηλά εισοδήματα. «Η ενίσχυση της μεσαίας τάξης δεν γίνεται ούτε επί επιδομάτων ούτε επί παρουσίας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σε ό,τι αφορά τις ανοικτές μεταρρυθμίσεις, στάθηκε κυρίως στη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, λέγοντας ότι η προεργασία έχει ολοκληρωθεί και ότι το ουσιαστικό είναι να προχωρήσει, ακόμη κι αν μεταβληθεί το αρχικό χρονοδιάγραμμα. Στόχος, όπως επανέλαβε, παραμένει η αύξηση μισθών και η βελτίωση συντάξεων στο μέτρο που το επιτρέπει η πορεία της οικονομίας.
Για τον κατώτατο μισθό υπενθύμισε ότι η κυβερνητική προσέγγιση βασίζεται στη μεθοδολογία της ΕE, με σημείο αναφοράς το 60% του διάμεσου μισθού, κάτι που με τα σημερινά δεδομένα θα οδηγούσε σε επίπεδα τουλάχιστον 1.125 ευρώ - υψηλότερα από τα 1.088 ευρώ που ισχύουν σήμερα.
Αναφερόμενος στην Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή, υποστήριξε ότι η επέκτασή της σε όλους τους εργαζόμενους είναι «πάρα πολύ σωστή», σημειώνοντας ότι ήδη επεκτείνεται σταδιακά, έχει διασυνδεθεί με τον κατώτατο μισθό και συνοδεύεται πλέον από κίνητρα προς τους εργοδότες για την εφαρμογή της.
Κλείνοντας, αναγνώρισε ότι οι πολιτικές αυτές προκάλεσαν δυσαρέσκεια σε κύκλους που καλούνται να καταβάλουν περισσότερα ή να αυξήσουν μισθούς, χαρακτήρισε όμως τη σύγκρουση αυτή αναπόφευκτη και θεσμικά αναγκαία. «Έχω ηρεμία συνείδησης», είπε, προσθέτοντας ότι αυτό που τελικά μετρά είναι η εκτίμηση των πολιτών και όχι το αξίωμα. Τόνισε τέλος ότι «ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν έχει υποχρέωση σε κανέναν απολύτως, παρά μόνο στους πολίτες που τον ψήφισαν».






