Όταν λέμε «βαθύ κράτος» εννοούμε ένα άτυπο και υποτιθέμενο μυστικό δίκτυο από υψηλόβαθμους αξιωματούχους, ιεράρχες, καναλάρχες, στρατιωτικούς, πράκτορες πληροφοριών, μέλη του δικαστικού σώματος, μεγαλοδικηγόρους, μεγαλοτραπεζίτες, εταιρείες-κολοσσούς που δρουν υπόγεια για να επηρεάσουν την πολιτική της κυβέρνησης, ανεξάρτητα από τους εκλεγμένους ηγέτες. Η έννοια αυτή χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια μη δημοκρατική δομή λήψης αποφάσεων. Ενίοτε ένας εκλεγμένος αξιωματούχος μπορεί να ενεργεί σε συνεννόηση με τα μέλη του «βαθέως κράτους» για να επιτύχει έναν στόχο που το ευρύ κοινό θα απέρριπτε. Το «βαθύ κράτος» χρησιμοποιεί την Εκκλησία, τις τράπεζες, τα ΜΜΕ, τη διαφήμιση και την πνευματική παραγωγή για να διαμορφώσουν μια κυρίαρχη ιδεολογία. Βέβαια, το «βαθύ κράτος» θεωρείται ασυμβίβαστο με το κράτος δικαίου, αφού αμφισβητεί τις θεμελιώδεις δημοκρατικές αρχές της λογοδοσίας, της διαφάνειας και της λαϊκής κυριαρχίας.
Υπάρχουν τρία χαρακτηριστικά ενός «βαθέως κράτους»: Πρώτο, μη εκλεγμένα δίκτυα δρουν συντονισμένα. Για παράδειγμα, μπορεί δικαστές+αστυνομικοί+δημόσιοι λειτουργοί να συνεργάζονται μυστικά για να καλύψουν ή να προωθήσουν κάτι κόντρα στον νόμο, π.χ. το σκάνδαλο των «χρυσών διαβατηρίων» έδειξε διαπλοκή πολιτικών, δικηγόρων, δημοσίων υπαλλήλων. Δεύτερον, υπάρχει ατιμωρησία λόγω θεσμικής κάλυψης. Οι εμπλεκόμενοι δεν διώκονται γιατί τους καλύπτουν «δικοί τους» στη Δικαιοσύνη ή στην Αστυνομία –οι έρευνες σταματούν «εκ των άνω». Π.χ. το πόρισμα Αρέστη για την κατάρρευση του Συνεργατισμού αποκάλυψε τη μεγαλύτερη κατασπατάληση και λεηλασία δημόσιου πλούτου στην ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά κανένας από τους υπευθύνους αυτής της λεηλασίας δεν τιμωρήθηκε. Τρίτον, καταγγελίες για κουκούλωμα υποθέσεων από Αστυνομία/Εισαγγελία κατά καιρούς. Στην Κύπρο έχουν καταγραφεί πολυάριθμα και ηχηρά παραδείγματα θεσμικού κουκουλώματος και συγκάλυψης καταγγελιών. Ίσως το μεγαλύτερο και οφθαλμοφανέστατο κουκούλωμα να είναι η υπόθεση του άτυχου εθνοφρουρού Θανάση Νικολάου που εντοπίστηκε νεκρός το 2005 κάτω από το γεφύρι της Άλασσας. Η Αστυνομία, ο Στρατός και ιατροδικαστές έσπευσαν άμεσα (!) να αποφανθούν ότι επρόκειτο για «αυτοκτονία». Μετά από 19 χρόνια δικαστικού αγώνα κατόπιν εμμονής της γενναίας μητέρας του Θανάση, και αφού μεσολάβησε καταδίκη της Κύπρου από το ΕΔΔΑ, η θανατική ανάκριση το 2024 κατέδειξε ότι ο θάνατός του εθνοφρουρού προήλθε από στραγγαλισμό (δολοφονία).
Το ερώτημα που εγείρεται είναι γιατί το «βαθύ κράτος» αποστρέφεται, όπως ο διάβολος το λιβάνι, τη λύση του Κυπριακού. Η απάντηση είναι ότι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα ίσχυαν ξανά τα θεσμικά αντίβαρα (checks and balances) με τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στη διακυβέρνηση. Οι κρυφές συνεννοήσεις ή παρασκηνιακές επαφές, τα λεγόμενα υπόγεια αλισβερίσια, θα ήταν πολύ πιο δύσκολα να υλοποιηθούν. Για αυτό το «βαθύ κράτος» προσπαθεί να πείσει τους Ε/Κ ότι η ομοσπονδιακή λύση θα είναι δυσλειτουργική ή ότι θα επιτρέψει στην Τουρκία να ελέγχει ολόκληρο το νησί μέσω της τ/κ κοινότητας. Παράλληλα, ένα άλλο μέρος του «βαθέως κράτους», όπως ο Αρχιεπίσκοπος, θεωρεί ότι η καθαρή διαχώριση θα διασφαλίσει καλύτερα την εθνική και πολιτιστική ταυτότητα της ελληνοκυπριακής κοινότητας στο νότιο μέρος. Με άλλα λόγια, προτιμάται μια μισή Κύπρος, αμιγώς ελληνική, παρά ολόκληρος με συμμετέχοντες τους Τουρκοκυπρίους στην κυβέρνηση.
Κάνοντας μια πολύ σύντομη ιστορική διαδρομή, βλέπουμε πόσο παθιασμένα το «βαθύ κράτος» πολέμησε τη λύση. Στο δημοψήφισμα για το Σχέδιο Ανάν το 2004, η καμπάνια υπέρ του «ναι» ήταν μεν νομικά επιτρεπτή, ωστόσο η διεξαγωγή της αντιμετώπισε σημαντικές επικρίσεις από ευρωπαϊκούς κύκλους ως «προβληματικές» σε ό,τι αφορά τις δημοκρατικές αρχές της πολυφωνίας και της ίσης μεταχείρισης. Η εκστρατεία υπέρ του «όχι» κυριάρχησε στον τηλεοπτικό χρόνο, ενώ οι υποστηρικτές του «ναι» αντιμετώπισαν δυσκολίες και άρνηση στην προβολή των θέσεών τους. Το ΡΙΚ απέρριψε με γελοίες δικαιολογίες την παράκληση του Φερχόικεν, του τότε επιτρόπου Διεύρυνσης της ΕΕ, να του παραχωρήσει λίγο χρόνο για να εξηγήσει γιατί θα συνέφερε την ε/κ κοινότητα να ψηφίσει «Ναι». Όλοι οι μητροπολίτες ήταν σφοδροί πολέμιοι του Σχεδίου και από τον άμβωνα προέτρεπαν τους πιστούς να ψηφίσουν «Όχι». Όπως έγραψε το έγκριτο περιοδικό «Middle East Research and Information Project» στις 12 May 2004, «Το Σχέδιο Ανάν παρουσιάστηκε στους Ε/Κ με κομμάτια προπαγάνδας και με τις ρητορικές της Εκκλησίας, πολλά από τα στελέχη της οποίας καταδίκασαν το σχέδιο ως «σατανικό» και απείλησαν τους πιστούς τους με καταδίκη, αν ψήφιζαν υπέρ του. Τα ΜΜΕ μετέδωσαν το σχέδιο με έντονα αρνητικό τρόπο και κορυφαίοι διπλωμάτες της ΕΕ διαμαρτυρήθηκαν ότι δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να εξηγήσουν τις απόψεις τους για το σχέδιο».
Για να εξηγήσουμε τη φυγή του Αναστασιάδη από το Κραν Μοντανά και το ναυάγιο των συνομιλιών το 2017, θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι εκείνη την εποχή η βιομηχανία των «χρυσών διαβατηρίων» ήταν στο ζενίθ της. Υπολογίζεται ότι σε διάστημα 12 χρόνων (από το 2008 μέχρι το 2020) τα κέρδη αυτής της βιομηχανίας ξεπέρασαν τα €7 δισ. Ποτέ στην ιστορία της Κύπρου δεν έχουν τόσοι λίγοι κερδίσει τόσο πολλά τόσο σύντομα. Εκτός από τους πρώην υπουργούς που ενεπλάκησαν σ΄ αυτό το ιδιότυπο εμπόριο, αύξησαν τον πλούτο τους οι μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες (Developers), εισπράττοντας σημαντικές προμήθειες, τα μεγαλοδικηγορικά γραφεία και λογιστές (μετείχαν μαζικά στη διαδικασία προώθησης των αιτήσεων, ετοιμασίας των φακέλων και διεκπεραίωσης των επενδύσεων, εισπράττοντας σημαντικές προμήθειες) και, βέβαια, ο τραπεζικός τομέας -όλα μέλη του «βαθέως κράτους». Δεδομένου των στενών σχέσεων του Αναστασιάδη με το «βαθύ κράτος», η μοίρα των συνομιλιών ήταν προδιαγεγραμμένη. Το «βαθύ κράτος» δεν ήταν διατεθειμένο να ρισκάρει την εξόντωση της κότας που γεννούσε «χρυσά διαβατήρια».
Επιμύθιο: Τα συμφέροντα του «βαθέως κράτους» αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια λύσης του Κυπριακού.
*Οικονομολόγος, κοινωνικός επιστήμονας







