Γράφει ο Μιχάλης Γ. Ολύμπιος
Η ένταση γύρω από την προεκλογική πινακίδα του ΕΛΑΜ και την αντίδραση της Accept LGBTI Cyprus δεν είναι μια τεχνική συζήτηση περί νομιμότητας. Δεν είναι μια υπόθεση που εξαντλείται σε γνωματεύσεις, διαδικασίες και θεσμικές ερμηνείες. Εάν περιοριστεί εκεί η δημόσια συζήτηση βολεύει όσους θέλουν να κρύψουν την ουσία. Και η ουσία είναι καθαρά πολιτική.
Το ερώτημα δεν είναι αν μια διατύπωση χωρά ή δεν χωρά μέσα στα στενά όρια της ερμηνείας του νόμου. Το ερώτημα είναι τι κοινωνία επιδιώκει να παράγει αυτός ο πολιτικός λόγος.
Το ΕΛΑΜ δεν πολιτεύεται απλώς με σκληρή γλώσσα. Επενδύει συστηματικά στον φόβο, στην καχυποψία και στη στοχοποίηση όσων δεν χωρούν μέσα σε αυτό που το ίδιο ορίζει ως «κανονικό». Δεν είναι απλώς μια συντηρητική πολιτική τοποθέτηση. Είναι μια συνειδητή στρατηγική πολιτικής κινητοποίησης μέσω της κοινωνικής πόλωσης και του ακραίου φανατισμού.
Πίσω από αυτή τη λογική βρίσκεται μια πολύ συγκεκριμένη αντίληψη για την κοινωνία. Μια αντίληψη που δεν θέλει πολίτες ελεύθερους, αυτόνομους και σκεπτόμενους. Θέλει πολίτες φοβικούς, περιχαρακωμένους, γεμάτους καχυποψία απέναντι σε κάθε τι διαφορετικό. Θέλει πολίτες που να αντιδρούν πριν σκεφτούν, που να φοβούνται πριν κατανοήσουν, που να βλέπουν τον άλλον όχι ως συμπολίτη αλλά ως απειλή.
Αυτή είναι η πιο επικίνδυνη διάσταση. Διότι όταν η πολιτική αρχίζει να οργανώνεται πάνω στην ιδέα ότι ο διαφορετικός είναι πρόβλημα, τότε η στοχοποίηση παύει να είναι συγκυριακή. Γίνεται πολιτική μέθοδος.
Και δεν πρέπει να υπάρχει αφέλεια ως προς την πολιτική καταγωγή αυτού του λόγου. Το ΕΛΑΜ έχει εδώ και χρόνια καταγραφεί στον δημόσιο διάλογο ως η κυπριακή πολιτική έκφραση, το παιδί της ιδεολογικής μήτρας της “Χρυσής Αυγής”. Μιας κουλτούρας που οικοδόμησε επιρροή πάνω στον διχασμό, στην εχθρότητα απέναντι στη διαφορετικότητα και στην καλλιέργεια φόβου ως πολιτικού εργαλείου. Αυτό δεν είναι ιστορική υποσημείωση. Είναι αναγκαίο πολιτικό πλαίσιο για να καταλάβει κανείς τι πραγματικά εκπέμπουν τέτοιες παρεμβάσεις.
Γι’ αυτό και το ζήτημα δεν είναι αν μια πινακίδα θα κριθεί νόμιμη ή όχι. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι κανονικοποιείται στον δημόσιο χώρο - λόγο. Ποιο μήνυμα αποτυπώνεται στη συλλογική συνείδηση. Ποιο κλίμα καλλιεργείται σε μια κοινωνία που ήδη δοκιμάζεται από ανασφάλεια, θυμό και εύκολους, οπαδικού τύπου διχασμούς.
Η δημοκρατία δεν μετριέται μόνο από το τι απαγορεύει ο νόμος. Μετριέται και από το τι επιτρέπει να γίνεται κανονικό. Όταν ο φόβος μετατρέπεται σε πολιτική μέθοδο, όταν η καχυποψία γίνεται εκλογικό καύσιμο και όταν η στοχοποίηση βαφτίζεται υπεράσπιση αξιών όπως η πατρίδα η θρησκεία και η οικογένεια, τότε το πρόβλημα είναι πρωτίστως δημοκρατικό.
Η πινακίδα ήταν μόνο η αφορμή.
Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν θέλουμε μια Κύπρο ανοιχτή, ώριμη και ελεύθερη ή μια κοινωνία φοβική, κλειστή και πρόθυμη να αντιμετωπίζει τον διαφορετικό ως εχθρό.







