Θα ήθελα να γράψω ότι είναι εντυπωσιακή η τόση μεγάλη άρνηση της πραγματικότητας από τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη. Αλλά νομίζω η κατάλληλη λέξη δεν είναι «εντυπωσιακή» αλλά η λέξη «ανησυχητική». Ναι είναι όντως άκρως ανησυχητική η τόση μεγάλη άρνηση της πραγματικότητας από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Η προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Κυπριακή Δημοκρατία (ευτυχώς ως τις 30 Ιουνίου), δημιούργησε μέσα στο μυαλό του την ψευδαίσθηση ότι είναι ένας σύγχρονος ηγέτης που ηγείται μιας χώρας η οποία δεν έχει κανένα πρόβλημα!
Μάλλον μέσα σε αυτή την ψευδαίσθηση έκανε και τις δηλώσεις την εβδομάδα που μας πέρασε. Ότι, δηλαδή, το 2026 θα υπάρχει προτεινόμενο σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού. Ένα ακόμα πολιτικό κατασκεύασμα ή τέχνασμα για να εξυπηρετήσει τον φόβο του άγνωστου και τη συσπείρωση της ακροδεξιάς που τον υποστηρίζει. Και το γράφω αυτό γιατί, για να υπάρξει σχέδιο λύσης, πρέπει πρώτα να υπάρχει κίνηση. Πρέπει να υπάρχει πολιτική βούληση που να εκφράζεται έμπρακτα. Πρέπει να δημιουργείται έδαφος. Σήμερα δεν βλέπουμε τίποτα από αυτά. Δεν υπάρχουν επί της ουσίας μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης που να έχουν εφαρμοστεί. Δεν υπάρχει καμία σοβαρή πρωτοβουλία επαναπροσέγγισης. Δεν υπάρχει καμία πολιτική που να προετοιμάζει ψυχολογικά και κοινωνικά τις δύο κοινότητες για μια δύσκολη αλλά αναγκαία συνύπαρξη. Αντίθετα, υπάρχει μια στασιμότητα που βαφτίζεται «διπλωματική κινητικότητα» και μια επικοινωνιακή διαχείριση που επιχειρεί να παρουσιάσει ως στρατηγική αυτό που στην ουσία είναι ακινησία.
Τόση άρνηση της πραγματικότητας δεν έχω ξαναδεί. Να μην μπορεί να αντιληφθεί την αντίφαση. Από τη μια ακούμε να μας λέει για σχέδια λύσης και από την άλλη παρακολουθούμε έναν δημόσιο λόγο όλο και πιο φορτισμένο από έναν εύκολο, τελετουργικό πατριωτισμό. Η ομιλία του Νίκου Χριστοδουλίδη, μάλιστα, στη Βουλή των Ελλήνων ήταν χαρακτηριστική. Ένας λόγος με έντονο συναισθηματικό φορτίο, γεμάτος ιστορικές αναφορές, εθνικά σύμβολα και διακηρύξεις περί «εθνικού χρέους», αλλά χωρίς καμία ουσιαστική πολιτική πυξίδα για το πώς φτάνουμε από τα λόγια στη λύση.
Ο πατριωτισμός κατάντησε το ασφαλές πολιτικό καταφύγιο του κάθε καιροσκόπου. Όσο λιγότερη πολιτική τόλμη υπάρχει, τόσο περισσότερη ρητορική περί πατρίδας επιστρατεύεται. Κάποιος σοβαρός πολιτικός χρειάζεται να εξηγήσει στο Νίκο Χριστοδουλίδη ότι το Κυπριακό δεν θα λυθεί με λεκτικές εξάρσεις, ούτε με επαναλήψεις ιστορικών τραυμάτων σε πανηγυρικούς λόγους. Δεν θα λυθεί επειδή κάποιος δήλωσε ότι «το 2026 θα έχουμε σχέδιο». Θα λυθεί μόνο όταν υπάρξει κόστος, σύγκρουση με το πολιτικό βόλεμα, ανάληψη ευθύνης και κυρίως συνέπεια ανάμεσα σε αυτά που λέγονται και σε αυτά που γίνονται.
Από αυτό το πατριωτικό παραλήρημα του Προέδρου Χριστοδουλίδη στη Βουλή των Ελλήνων, ευτυχώς, τον προσγείωσε, ο πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, Νικήτας Κακλαμάνης. Ο οποίος επέλεξε να αναφερθεί με σαφήνεια στη σημασία της επίλυσης του Κυπριακού, υπενθυμίζοντας ουσιαστικά ότι το εθνικό ζήτημα δεν μπορεί να παραμένει αιώνια παγωμένο ούτε να μετατρέπεται σε επετειακή ρητορική. Η αναφορά του είχε πολιτικό βάρος γιατί επανέφερε κάτι που στην Κύπρο αποφεύγουμε ολοένα και περισσότερο να συζητήσουμε σοβαρά. Οτι χωρίς διαδικασία λύσης, χωρίς ενεργή στρατηγική και χωρίς επένδυση στην επαναπροσέγγιση, η διχοτόμηση παύει να είναι φόβος και γίνεται κανονικότητα.
Αντίθετα, ο Νίκος Χριστοδουλίδης, αρέσκεται σε ομιλίες στις οποίες κυρίαρχη είναι μια μορφή πατριωτικού συναισθηματισμού. Ένας λόγος που επενδύει διαρκώς στη συγκίνηση, στην ιστορική μνήμη και στις εθνικές αναφορές, αλλά αποφεύγει τη δύσκολη ουσία. Και η ουσία είναι ότι η λύση του Κυπριακού απαιτεί πολιτική προετοιμασία της κοινωνίας. Απαιτεί ηγέτες που να εξηγούν, όχι απλώς να συγκινούν. Να δημιουργούν συνθήκες εμπιστοσύνης και όχι μόνο χειροκροτήματα.
Είναι ειλικρινά ιστορική η τόση άρνηση της πραγματικότητας. Μια ηγεσία που δηλώνει ότι πιστεύει στη λύση, αλλά φοβάται να μιλήσει τη γλώσσα της λύσης μέσα στην ίδια της την κοινωνία. Μια πολιτική τάξη που επικαλείται τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία στις διεθνείς συναντήσεις, αλλά αποφεύγει συστηματικά να εξηγήσει στους πολίτες τι σημαίνει συμβιβασμός, συνύπαρξη και πολιτική ισότητα. Και μια κοινωνία που παραμένει εγκλωβισμένη ανάμεσα στην αδράνεια και στις φαντασιώσεις ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ μας, την ώρα που κάθε χρόνος παγιοποιεί περισσότερο τη διχοτόμηση.
Το πιο εύκολο πράγμα στην Κύπρο είναι να μιλά κανείς για πατρίδα. Το πιο δύσκολο είναι να κάνει πολιτική για να τη σώσει. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη τραγωδία της εποχής μας. Ότι μιλάμε συνεχώς για το Κυπριακό ως ιστορική πληγή, αλλά ζούμε σαν να έχουμε ήδη συμβιβαστεί με τη μονιμοποίησή της.







