Στον δημόσιο διάλογο της Κύπρου τα τελευταία χρόνια έχει εδραιωθεί μια επικίνδυνα απλουστευτική αντίληψη ότι η επιτυχία μιας κυβέρνησης κρίνεται από έναν πίνακα δεικτών. Αύξηση του ΑΕΠ, ρυθμός ανάπτυξης, ανεργία, πλεόνασμα, πληθωρισμός, φορολογικά έσοδα κ.τ.λ. Αυτή η γλώσσα των αριθμών δίνει την ψευδαίσθηση της αντικειμενικότητας αλλά συχνά υποκαθιστά την πολιτική κρίση με μια λογιστική ανάγνωση της πραγματικότητας.
Οι αριθμοί έχουν τη θέση τους. Καμία σοβαρή πολιτεία δεν αγνοεί το δημόσιο χρέος, τη δημοσιονομική πειθαρχία, την ανθεκτικότητα. Όμως όταν η πολιτική εξαντλείται στους δείκτες, χάνει αυτό που πραγματικά μετράει, δηλαδή την ανθρώπινη εμπειρία και ευημερία. Δεν χρειαζόμαστε λοιπόν μόνο δείκτες παραγωγής πλούτου, αλλά και δείκτες ποιότητας παιδείας, θεσμικής αξιοπιστίας, κοινωνικής κινητικότητας, προσιτής στέγασης, καινοτομικής ικανότητας και πραγματικής ποιότητας ζωής.
Διότι η ανάπτυξη που μετράμε σήμερα είναι ποσοτική. Στην Κύπρο του 2025 η οικονομία μας αναπτύχθηκε με 3,5%, πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 1,5-1,6%. Αυτό είναι αναγκαίο. Δεν είναι όμως αρκετό.
Η πρόοδος είναι κάτι βαθύτερο, πιο απαιτητικό, πιο πολιτικό. Είναι η διεύρυνση των πραγματικών δυνατοτήτων του ανθρώπου, αυτό που ο Αμάρτια Σεν ονόμασε «capabilities», δηλαδή τις πραγματικές δυνατότητες του ανθρώπου να ζει τη ζωή που έχει λόγους να εκτιμά. Όχι μόνο μεγαλύτερο εισόδημα. Αλλά περισσότερες επιλογές, περισσότερη αξιοπρέπεια, περισσότερη προοπτική.
Η διεθνής επιστημονική κοινότητα το έχει ήδη καταλάβει. Από την Επιτροπή Stiglitz-Sen-Fitoussi του ΟΟΣΑ που εμβάθυνε την ατζέντα “beyond GDP”, μέχρι τις Εκθέσεις Ανθρώπινης Ανάπτυξης του ΟΗΕ και το Social Progress Index, η οικονομική μεγέθυνση δεν ταυτίζεται πια με την ευημερία. Η ανάπτυξη είναι μέσο. Η πρόοδος είναι σκοπός. Και η Κύπρος μας στέκεται εδώ και χρόνια ακριβώς σε αυτό το σταυροδρόμι.
Το Economics Research Centre (CypERC) του Πανεπιστημίου Κύπρου κινείται στην ίδια κατεύθυνση με τη διεθνή επιστημονική κοινότητα και αναλύει συστηματικά όχι μόνο τη μεγέθυνση, αλλά και την ευημερία των νοικοκυριών, την παραγωγικότητα και τις ανισότητες, αναδεικνύοντας ότι η οικονομική επίδοση δεν είναι μονοδιάστατη και υποδεικνύοντας ότι η ανάπτυξη μπορεί να συνυπάρχει με στασιμότητα ή και υποχώρηση στην ποιότητα ζωής. Η Κύπρος αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση. Παρά τη θετική πορεία των μακροοικονομικών δεικτών, οι δομικές αδυναμίες παραμένουν και, σε ορισμένες περιπτώσεις, εντείνονται.
Μπορεί κάποιοι να πανηγυρίζουν για τους θετικούς ρυθμούς. Ταυτόχρονα όμως το εκπαιδευτικό μας σύστημα, σύμφωνα με το PISA 2022, μία από τις πιο αξιόπιστες διεθνείς αξιολογήσεις, κατέγραψε μία από τις μεγαλύτερες αυξήσεις μαθησιακής υστέρησης σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Καταταχθήκαμε τελευταίοι ανάμεσα στις 27 χώρες της ΕΕ. Και τα αποτελέσματα του 2025 που θα δημοσιευθούν το 2027, μετά από συστηματική ανάλυση, αναμένονται παρόμοια.
Στην παιδεία κρίνεται το μέλλον μιας χώρας πολύ πριν εμφανιστεί σε κάποιον οικονομικό δείκτη. Όταν το εκπαιδευτικό σύστημα δυσκολεύεται να εξασφαλίσει ισχυρές βασικές δεξιότητες, όταν η γνώση δεν μετατρέπεται σε αυτοπεποίθηση, σε κριτική σκέψη, σε πειθαρχία και σε φιλοδοξία, τότε η χώρα υπονομεύει μόνη της το μέλλον της.
Για να αντιληφθούμε καλύτερα την αξία μιας κοινωνίας της γνώσης, αρκεί να δούμε το παράδειγμα του Πανεπιστημίου Κύπρου, το οποίο από μόνο του συνεισφέρει άμεσα και έμμεσα €1,186 δισ. στην οικονομική παραγωγή, €574 εκατ. στο ΑΕΠ και στηρίζει περισσότερες από 12.000 θέσεις εργασίας στον τόπο μας. Και όμως, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αν, στο σύνολό της, η πολιτεία προσπαθεί με αποτελεσματικό τρόπο να μετατρέψει αυτή την επένδυση σε μακροπρόθεσμη κοινωνική και παραγωγική πρόοδο. Η απάντηση είναι μάλλον απογοητευτική, αφού η διασύνδεση αυτής της γνώσης με το παραγωγικό μοντέλο της χώρας παραμένει περιορισμένη.
Μπορούμε άραγε να υπερηφανευόμαστε για την αύξηση του ΑΕΠ όταν ένα σημαντικό μέρος της οικονομικής επίδοσης στηρίζεται σε δραστηριότητες που ενισχύουν βραχυπρόθεσμα τα μεγέθη χωρίς να εξασφαλίζουν από μόνες τους παραγωγικό μετασχηματισμό και κοινωνική ισορροπία; Οι δραστηριότητες, για παράδειγμα, κάποιων εταιρειών FOREX και άλλων εταιρειών που επιλέγουν απλώς την Κύπρο ως φορολογική βάση ή ακόμα και εταιρικές δομές που δημιουργούνται με έδρα την Κύπρο μόνο και μόνο για να παρακάμπτουν διεθνείς περιορισμούς, προσμετρούνται στους δείκτες ανάπτυξης. Αυτό όμως δεν μπορεί να θεωρείται κανονική και πραγματική οικονομική πρόοδος.
Η συζήτηση, επομένως, δεν είναι αν χρειαζόμαστε ανάπτυξη. Τη χρειαζόμαστε. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν αυτή η ανάπτυξη μεταφράζεται σε μια πιο ώριμη, πιο ανθεκτική και πιο δίκαιη κοινωνία. Και εκεί ακριβώς αρχίζει η δύσκολη αλλά ουσιαστική συζήτηση για την πραγματική πρόοδο της χώρας.
( Θα ακολουθήσει Μέρος Β )







