Του Μιχάλη Γ. Ολύμπιου
Ομολογώ ότι για χρόνια βρέθηκα πολλές φορές να υπερασπίζομαι την Έλενα Ακρίτα απέναντι στις επιθέσεις που δεχόταν από συντηρητικούς και ακροδεξιούς κύκλους.
Συμφώνησα με πλείστες των παρεμβάσεων της για τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, στήριξα το δικαίωμά της να ασκεί κριτική στον Μάρκο Σεφερλή όταν θεωρούσε ότι αναπαράγονται στερεότυπα και, σε αρκετές περιπτώσεις, βρέθηκα να την στηρίζω ακόμη και τις συγκρούσεις της με την ελληνική Εκκλησία, όταν θεωρούσα ότι υπερασπιζόταν τον διαχωρισμό κράτους εκκλησίας, τα ατομικά δικαιώματα και μια πιο σύγχρονη αντίληψη για την κοινωνία.
Δεν συμφωνούσα σε όλα μαζί της. Πίστευα όμως ότι πίσω από τις δημόσιες τοποθετήσεις της υπήρχε μια σταθερή αρχή: η αντίθεση στον φανατισμό, στον αυταρχισμό, στη μισαλλοδοξία και σε κάθε μορφή βίας που απειλεί τη δημοκρατία.
Ακριβώς γι’ αυτό η στάση της στην υπόθεση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου με προβλημάτισε βαθιά.
Είναι αδύνατο να αγνοηθεί ότι ο Γιωτόπουλος δεν είναι μια απλή αμφιλεγόμενη πολιτική προσωπικότητα, ένας γραφικός ακροαριστερός. Πρόκειται για τον άνθρωπο που, σύμφωνα με την απόφαση της ελληνικής Δικαιοσύνης, βρισκόταν στην ηγεσία της 17 Νοέμβρη, μιας τρομοκρατικής οργάνωσης που άφησε πίσω της 17 νεκρούς. Όταν η δημόσια συζήτηση αφορά ένα τέτοιο πρόσωπο, η πολιτική και ηθική ευαισθησία πρέπει να είναι ιδιαίτερα αυξημένη. Η ίδια αυστηρότητα που επιδεικνύεται απέναντι σε ένα αισχρό αστείο, μια προσβλητική δήλωση ή μια συντηρητική φοβική τοποθέτηση, θα περίμενε κανείς να επιδεικνύεται και απέναντι σε όσους συνδέθηκαν δικαστικά με την πιο αιματηρή τρομοκρατική οργάνωση της μεταπολίτευσης.
Θα είμαι ξεκάθαρος. Το ζήτημα δεν είναι τα δικαιώματα των κρατουμένων. Σε ένα κράτος δικαίου τα δικαιώματα ισχύουν για όλους, χωρίς εξαιρέσεις. Το ζήτημα όμως είναι η πολιτική και η ηθική στάση που επιλέγει να κρατήσει ένα δημόσιο πρόσωπο όταν αναφέρεται σε κάποιον που η Δικαιοσύνη έχει κρίνει ένοχο για τόσο βαριά εγκλήματα.
Εδώ ακριβώς βλέπουμε την ασυνέπεια. Όταν κάποιος απαιτεί από την κοινωνία μηδενική ανοχή απέναντι σε κάθε μορφή ρητορικής που θεωρεί προσβλητική ή ειδικά όταν προάγει το μίσος, όταν ασκεί σκληρή κριτική σε καλλιτέχνες, δημοσιογράφους, πολιτικούς ή εκπροσώπους της Εκκλησίας για λόγια και συμπεριφορές που θεωρεί επικίνδυνες, τότε είναι λογικό να κρίνεται με τα ίδια μέτρα όταν τοποθετείται για πρόσωπα που έχουν συνδεθεί με την πολιτική βία και την τρομοκρατία.
Η αξιοπιστία μιας δημόσιας παρέμβασης δεν εξαρτάται μόνο από το περιεχόμενό της αλλά και από τη συνέπεια με την οποία εφαρμόζονται οι ίδιες αρχές σε όλες τις περιπτώσεις. Δεν μπορεί η ευαισθησία απέναντι στη βία να εξαρτάται από την ιδεολογική προέλευση εκείνου που την ασκεί. Δεν μπορεί ο φανατισμός να καταγγέλλεται όταν προέρχεται από τη δεξιά ή από θρησκευτικούς κύκλους, αλλά να αντιμετωπίζεται με διαφορετική διάθεση όταν αφορά πρόσωπα που κάποιοι θεωρούν πολιτικά ή ιδεολογικά πιο κοντινά.
Για πολλούς από εμάς που κατά καιρούς υπερασπιστήκαμε την κα. Ακρίτα, το πρόβλημα δεν είναι ότι εξέφρασε μια άποψη (απόλυτο της δικαίωμα).
Το πρόβλημα είναι ότι η συγκεκριμένη στάση μοιάζει να έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές για τις οποίες η ίδια αγωνίστηκε δημόσια επί χρόνια. Και όταν αυτή η αντίφαση γίνεται ορατή, δεν πλήττεται μόνο η αξιοπιστία ενός προσώπου. Πλήττεται και η εμπιστοσύνη όσων πίστεψαν ότι οι αρχές αυτές εφαρμόζονται χωρίς εξαιρέσεις και χωρίς ιδεολογικά φίλτρα.
Η δημοκρατία χρειάζεται συνέπεια. Η υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων χρειάζεται συνέπεια. Η καταδίκη του φανατισμού και της βίας χρειάζεται συνέπεια. Και η συνέπεια χάνεται όταν γίνεται επιλεκτική.
Οι αρχές και ο ηθικός μας κώδικας δοκιμάζονται στις δύσκολες υποθέσεις. Εκεί όπου καλούμαστε να τις εφαρμόσουμε ακόμη και όταν αυτό δεν είναι πολιτικά βολικό ή ιδεολογικά συγγενές.







