Παρά τη σημαντική ενίσχυση των δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας, τη δραστική μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών και τα υψηλά επίπεδα ρευστότητας, το κυπριακό τραπεζικό σύστημα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη χρηματοοικονομική σταθερότητα τα επόμενα χρόνια, σύμφωνα με την Έκθεση Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας 2025 της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου (KTK).
Η ΚΤΚ επισημαίνει ότι το περιβάλλον κινδύνων έχει καταστεί αισθητά πιο σύνθετο λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή, της συνεχιζόμενης σύγκρουσης Ρωσίας - Ουκρανίας, της αβεβαιότητας στο παγκόσμιο εμπόριο, των αυξημένων κυβερνοαπειλών και των κινδύνων που συνδέονται με την αγορά ακινήτων.
Την ίδια ώρα, οι κυπριακές τράπεζες εμφανίζονται καλύτερα θωρακισμένες σε σχέση με το παρελθόν. Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων υποχώρησε στο ιστορικά χαμηλό 1,6%, ενώ ο δείκτης πρωτοβάθμιων κεφαλαίων (CET1) ανήλθε στο ιδιαίτερα υψηλό 25,8%, ξεπερνώντας σημαντικά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Το βασικό μήνυμα της έκθεσης είναι ότι οι κυπριακές τράπεζες εισέρχονται σε μια περίοδο αυξημένων κινδύνων από σαφώς ισχυρότερη θέση σε σχέση με το παρελθόν. Ωστόσο, η ΚΤΚ προειδοποιεί ότι η ανθεκτικότητα αυτή δεν εξαλείφει τις υφιστάμενες διαρθρωτικές ευπάθειες.
Η μεγάλη εξάρτηση από τα ακίνητα
Μία από τις σημαντικότερες πηγές ανησυχίας παραμένει η στενή διασύνδεση των τραπεζών με την αγορά ακινήτων.
Οι τιμές κατοικιών συνέχισαν να αυξάνονται με ισχυρούς ρυθμούς το 2025, προσεγγίζοντας τα υψηλά επίπεδα της περιόδου πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση. Παρότι η ΚΤΚ δεν διαπιστώνει γενικευμένη υπερτίμηση, σημειώνει ότι η παρατεταμένη άνοδος των τιμών καθιστά την αγορά πιο ευάλωτη σε μια ενδεχόμενη επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών. Η Πάφος, η Λεμεσός και η Λάρνακα εμφανίζουν αυξημένη εξάρτηση από ξένους αγοραστές και επενδυτές, γεγονός που ενισχύει την έκθεσή τους σε εξωγενείς κλυδωνισμούς και γεωπολιτικές αναταράξεις.
Ένα μεγάλο μέρος του δανειακού χαρτοφυλακίου είναι εξασφαλισμένο με ακίνητη περιουσία, κάτι που σημαίνει ότι μια ενδεχόμενη διόρθωση των τιμών θα μπορούσε να επηρεάσει τόσο την αξία των εξασφαλίσεων όσο και την ποιότητα των ισολογισμών τους. Η ΚΤΚ προειδοποιεί ότι, δεδομένου του υψηλού ποσοστού δανείων που συνδέεται με ακίνητα, ο τραπεζικός τομέας παραμένει ιδιαίτερα εκτεθειμένος σε δυσμενείς εξελίξεις στην κτηματαγορά.
Την ίδια στιγμή, η Κεντρική Τράπεζα εκφράζει έντονες ανησυχίες για τις αλλαγές που υιοθετήθηκαν τον Απρίλιο του 2026 στο νομοθετικό πλαίσιο των εκποιήσεων. Σύμφωνα με την έκθεση, το πλαίσιο εκποιήσεων αποτελεί βασικό θεσμικό πυλώνα για την ομαλή λειτουργία της αγοράς πιστώσεων, καθώς επηρεάζει άμεσα τις προσδοκίες ανάκτησης οφειλών και την αποτίμηση του πιστωτικού κινδύνου από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Η ΚΤΚ προειδοποιεί ότι οι τροποποιήσεις ενδέχεται να διαβρώσουν την οικονομική πειθαρχία και να υπονομεύσουν την κουλτούρα πληρωμών, με πιθανές αρνητικές συνέπειες για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα και τα δημόσια οικονομικά.
Όπως επισημαίνεται, οι νέες ρυθμίσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν τις τράπεζες σε αυστηρότερα δανειοδοτικά κριτήρια και σε υψηλότερα επιτόκια για τα ενυπόθηκα δάνεια, καθώς αυξάνεται ο κίνδυνος που αναλαμβάνουν κατά τη χορήγηση πιστώσεων. Η ΚΤΚ υπογραμμίζει ότι, παρά το γεγονός πως οι αλλαγές αποσκοπούν στην προστασία των δανειοληπτών, υπάρχει ο κίνδυνος να επιφέρουν αντίθετα αποτελέσματα από τα επιδιωκόμενα, εκτίμηση που, σύμφωνα με την έκθεση, ευθυγραμμίζεται και με τη σχετική γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Για την ΚΤΚ, οι εξελίξεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία λόγω της μεγάλης έκθεσης των τραπεζών στην αγορά ακινήτων. Σε ένα περιβάλλον όπου οι τιμές παραμένουν υψηλές, η αποτελεσματική λειτουργία του πλαισίου εκποιήσεων θεωρείται κρίσιμη για τη διατήρηση της πιστωτικής πειθαρχίας, την ορθή τιμολόγηση του ρίσκου και τη συνολική ανθεκτικότητα του τραπεζικού συστήματος απέναντι σε μελλοντικούς κραδασμούς.
Γεωπολιτικοί κραδασμοί
Η Κεντρική Τράπεζα καταγράφει ως βασικό κίνδυνο την επιδείνωση του διεθνούς γεωπολιτικού περιβάλλοντος.
Η κλιμάκωση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή και οι διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ αυξάνουν την αβεβαιότητα, επηρεάζοντας τις διεθνείς τιμές ενέργειας, τον πληθωρισμό και τις συνθήκες χρηματοδότησης.
Παράλληλα, η αυξανόμενη επέκταση των κυπριακών τραπεζών στο εξωτερικό λειτουργεί μεν ως μηχανισμός διαφοροποίησης, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει την έκθεσή τους σε διεθνείς κρίσεις.
Η ΚΤΚ θεωρεί ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις μπορούν να μεταδοθούν στο χρηματοπιστωτικό σύστημα μέσω της επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας, της αύξησης του κόστους δανεισμού και της επιδείνωσης της ικανότητας αποπληρωμής δανείων από επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Συγκέντρωση του τραπεζικού τομέα
Ένα ακόμη ζήτημα που εντοπίζει η έκθεση είναι ο υψηλός βαθμός συγκέντρωσης του τραπεζικού συστήματος.
Οι συγχωνεύσεις και εξαγορές των τελευταίων ετών έχουν περιορίσει τον αριθμό των μεγάλων ιδρυμάτων, αυξάνοντας τη συστημική τους σημασία. Η ΚΤΚ προειδοποιεί ότι η λειτουργία των τραπεζών με παρόμοια επιχειρηματικά μοντέλα ενισχύει τη μεταξύ τους συσχέτιση, γεγονός που μπορεί να επιταχύνει τη μετάδοση κραδασμών σε περίπτωση κρίσης.
Η νέα απειλή των κυβερνοεπιθέσεων
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στους κινδύνους κυβερνοασφάλειας.
Η αυξανόμενη ψηφιοποίηση του τραπεζικού τομέα, σε συνδυασμό με την εξάρτηση από κοινές τεχνολογικές υποδομές και τρίτους παρόχους, δημιουργεί νέες προκλήσεις για την επιχειρησιακή ανθεκτικότητα των τραπεζών.
Η ΚΤΚ εκφράζει ιδιαίτερη ανησυχία για την αξιοποίηση προηγμένων συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για ταχύτερο εντοπισμό και εκμετάλλευση ψηφιακών αδυναμιών. Όπως σημειώνει, οι κυβερνοεπιθέσεις δεν αποτελούν πλέον μόνο λειτουργικό κίνδυνο για ένα μεμονωμένο ίδρυμα, αλλά πιθανό συστημικό κίνδυνο για ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Η απάντηση της ΚΤΚ
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Κεντρική Τράπεζα χρησιμοποιεί μακροπροληπτικά εργαλεία που έχει στη διάθεσή της
Μεταξύ άλλων, αύξησε το αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας στο 1,5%, διατήρησε τους περιορισμούς στα δάνεια μέσω των δεικτών δανείου προς αξία (LTV) και εξυπηρέτησης χρέους προς εισόδημα (DSTI), ενώ προχώρησε σε παρεμβάσεις για την ενίσχυση της κυβερνοανθεκτικότητας των τραπεζών.






