Τα όσα αποκαλύφθηκαν μέσα από το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς για το Κράτος Μαφία δεν αποτέλεσαν ούτε έκπληξη ούτε κεραυνό εν αιθρία. Τα περισσότερα ήταν ευρέως γνωστά εδώ και χρόνια, κυρίως μέσα από δημοσιογραφικές έρευνες και αποκαλύψεις, αν όχι στις λεπτομέρειες που καταγράφονται στο πόρισμα, τουλάχιστον σε γενικότητες.
Η διαφορά είναι ότι, αυτή τη φορά, αυτά που λίγο πολύ όλοι γνωρίζαμε και υποψιαζόμασταν «σφραγίστηκαν», από την ενδελεχή εξέταση στοιχείων και μαρτυριών, από ανεξάρτητους και καθόλα αξιόπιστους ξένους ερευνητές, που ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει ή να θεωρήσει ότι εξυπηρετούν οποιαδήποτε σκοπιμότητα ή, πολύ περισσότερο, θέλουν να πλήξουν τον οποιονδήποτε.
Αυτό δε πρέπει να το αποδώσουμε στην αναθέτρια Αρχή, την Αρχή κατά της Διαφθοράς, η οποία χειρίστηκε την πολύ δύσκολη και «καυτή» αυτή υπόθεση με αποφασιστικότητα, αμεροληψία αλλά και τη σοβαρότητα που επιβαλλόταν, διαψεύδοντας έτσι τις «Κασσάνδρες» που ήταν βέβαιες ότι, επειδή τα μέλη της είχαν διοριστεί από τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας και διερευνώμενο στη συγκεκριμένη υπόθεση, θα έκαναν τα πάντα για να «κουκουλώσουν» την υπόθεση.
Και αυτό είναι ένα, ίσως το μόνο, αισιόδοξο μήνυμα που βγαίνει από αυτή την ιστορία. Ότι μέσα σε αυτό τον κυκεώνα της διαφθοράς, διαπλοκής και σήψης που επικρατεί στον τόπο, μέσα στη γενικότερη ανυποληψία θεσμών, αρχών και αξιών, υπάρχει και κάτι που φαίνεται να στέκεται όρθιο. Με τους χειρισμούς της στη συγκεκριμένη υπόθεση η Αρχή κατά της Διαφθοράς και τα μέλη της κέρδισαν πόντους και ανέβηκαν στη συνείδηση των πολιτών, αποδεικνύοντας ότι αξίζουν κάθε στήριξης και βοήθειας, και από την Πολιτεία, και από τη Βουλή, και από τους πολίτες και σε αυτό το πλαίσιο επιβάλλεται να τους δοθούν επιπρόσθετα μέσα και εργαλεία, επαρκής χρηματοδότηση, αρμοδιότητες και εξουσίες, για να καταστεί ακόμα πιο αποτελεσματική.
Υπάρχει και κάτι άλλο. Ο αψεγάδιαστος τρόπος που λειτούργησε και ενήργησε στη συγκεκριμένη περίπτωση η Αρχή κατά της Διαφθοράς επιβάλλεται να αποτελέσει παράδειγμα και οδηγό και για όλους τους άλλους θεσμούς και εξουσίες (Νομική Υπηρεσία, Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Υπουργικό Συμβούλιο, ποινικούς ανακριτές, ίσως και Δικαιοσύνη) εμπλακούν στα επόμενα στάδια διερεύνησης αυτής της μεγάλης υπόθεσης.
Αν και αυτοί αρθούν στο ύψος των περιστάσεων και λειτουργήσουν το ίδιο επαγγελματικά και αντικειμενικά, ίσως αρχίσει σιγά-σιγά να αποκαθίσταται η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, που αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες -ίσως τη μεγαλύτερη- πληγές αυτού του τόπου.







