Γράφει ο Γιώργος Κωνσταντίνου*
Η αγάπη προς τα ζώα αποτελεί αναμφίβολα μια από τις πιο όμορφες εκφράσεις του ανθρώπινου πολιτισμού. Η προστασία των αδέσποτων σκύλων και γάτων, η περίθαλψη τραυματισμένων ζώων και η υπεύθυνη υιοθεσία είναι πράξεις που αξίζουν σεβασμό και ενίσχυση. Ωστόσο, όταν η φιλοζωία μετατρέπεται σε ακραία και μονοδιάστατη στάση, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι αρχές της οικολογίας και της διατήρησης της βιοποικιλότητας, μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα τόσο για την άγρια ζωή όσο και για τα ίδια τα ζώα που υποτίθεται ότι προστατεύει. Οι σκύλοι και οι γάτες δεν αποτελούν φυσικά είδη της άγριας πανίδας της Κύπρου. Πρόκειται για εξημερωμένα είδη που εισήχθησαν στο νησί από τον άνθρωπο πριν από χιλιάδες χρόνια και η παρουσία τους στο φυσικό περιβάλλον οφείλεται αποκλειστικά στην ανθρώπινη δραστηριότητα, κυρίως μέσω εγκατάλειψης κατοικίδιων και ανεξέλεγκτης αναπαραγωγής. Ως ξενικά εξημερωμένα είδη, δεν αποτελούν φυσικό στοιχείο των κυπριακών οικοσυστημάτων και, όταν δημιουργούν ανεξέλεγκτους πληθυσμούς, μπορούν να διαταράξουν σοβαρά την ισορροπία της βιοποικιλότητας. Οι ελεύθεροι ή αδέσποτοι γάτοι αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θηρευτές μικρών ζώων σε παγκόσμιο επίπεδο. Μελέτες έχουν δείξει ότι μπορούν να εξοντώνουν τεράστιους αριθμούς πτηνών, σαυρών, μικρών θηλαστικών και άλλων οργανισμών κάθε χρόνο.
Το πρόβλημα γίνεται ιδιαίτερα έντονο σε νησιά, όπως η Κύπρος, όπου πολλά είδη έχουν εξελιχθεί χωρίς φυσικούς θηρευτές και είναι ιδιαίτερα ευάλωτα. Σπάνια ενδημικά είδη, μικρά μεταναστευτικά πουλιά, νεοσσοί και ερπετά αποτελούν εύκολη λεία για γάτες που κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα στο φυσικό περιβάλλον. Αντίστοιχα, οι αδέσποτοι σκύλοι, όταν σχηματίζουν αγέλες, παύουν να συμπεριφέρονται ως κατοικίδια και λειτουργούν ως άγριοι θηρευτές. Στην Κύπρο έχουν καταγραφεί περιστατικά κατά τα οποία αγέλες αδέσποτων σκύλων επιτίθονται και κατασπαράζουν το ενδημικό αγρινό (Ovis gmelini ophion), ένα από τα σημαντικότερα προστατευόμενα είδη της κυπριακής πανίδας και εθνικό σύμβολο του νησιού. Παρόμοιες επιθέσεις έχουν καταγραφεί και σε λαγούς, χελώνες, φωλιές πτηνών και άλλα άγρια ζώα, προκαλώντας σοβαρές επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα.
Η κατάσταση αυτή γίνεται ακόμη πιο σοβαρή επειδή στην Κύπρο δεν υπάρχουν μεγάλοι φυσικοί θηρευτές που να μπορούν να ελέγχουν τους πληθυσμούς των αδέσποτων σκύλων. Ως αποτέλεσμα, η διαχείρισή τους εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από τον άνθρωπο. Εάν οι πληθυσμοί τους αφεθούν ανεξέλεγκτοι και δεν εφαρμοστούν αποτελεσματικά μέτρα διαχείρισης, οι αγέλες μπορούν να αυξηθούν σημαντικά και να επεκταθούν σε ολοένα περισσότερες δασικές και ορεινές περιοχές, προκαλώντας ολοένα μεγαλύτερες απώλειες στην άγρια πανίδα. Σε ένα νησί με μεγάλο αριθμό ενδημικών και προστατευόμενων ειδών, μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να έχει σοβαρές οικολογικές συνέπειες.
Παρά τα γεγονότα αυτά, κάθε φορά που τίθεται το ζήτημα της αποτελεσματικής διαχείρισης των αδέσποτων αγελών, εμφανίζονται έντονες αντιδράσεις από ακραίους φιλόζωους και ορισμένες φιλοζωικές ομάδες, οι οποίες απορρίπτουν λόγο άγνοιας ακόμη και τη συζήτηση για δραστικά μέτρα, χαρακτηρίζοντας οποιαδήποτε θανάτωση εγκληματική. Αναμφίβολα, η θανάτωση ζώων δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποτελεί την πρώτη επιλογή. Προηγούνται πάντοτε η πρόληψη, οι στειρώσεις, η περισυλλογή, οι υιοθεσίες και η υπεύθυνη διαχείριση των αδέσποτων πληθυσμών. Όμως, όταν όλες οι διαθέσιμες λύσεις έχουν αποτύχει και μια ανεξέλεγκτη αγέλη συνεχίζει να εξοντώνει προστατευόμενα ή απειλούμενα είδη, η πολιτεία καλείται να προστατεύσει και την άγρια πανίδα. Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι αν αγαπάμε τους σκύλους ή όχι, αλλά αν θεωρούμε ότι η ζωή ενός αδέσποτου άγριου σκύλου αξίζει περισσότερο από τη ζωή ενός ενδημικού είδους που απειλείται με εξαφάνιση.
Η διατήρηση της βιοποικιλότητας απαιτεί αποφάσεις που βασίζονται στην επιστήμη, στη νομοθεσία και στη διαχείριση των οικοσυστημάτων και όχι αποκλειστικά στο συναίσθημα. Η ακραία φιλοζωία συχνά συνοδεύεται και από την ανεξέλεγκτη παροχή τροφής σε μεγάλους πληθυσμούς αδέσποτων ζώων, χωρίς παράλληλα να εφαρμόζονται προγράμματα στειρώσεων και υπεύθυνης διαχείρισης. Ως αποτέλεσμα, οι πληθυσμοί αυξάνονται συνεχώς, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο όπου γεννιούνται όλο και περισσότερα ζώα που υποφέρουν και στη συνέχεια χρειάζονται ακόμη περισσότερη φροντίδα.
Η λύση δεν είναι η ανεξέλεγκτη σίτιση, αλλά η υπεύθυνη διαχείριση μέσω στειρώσεων, καταγραφής, εμβολιασμών και υπεύθυνων υιοθεσιών. Παράλληλα, σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρείται μια άνιση αντιμετώπιση της ζωής των ζώων. Ενώ αφιερώνεται τεράστιο ενδιαφέρον για έναν σκύλο ή μια γάτα, η απώλεια δεκάδων άγριων πτηνών, ερπετών ή μικρών θηλαστικών θεωρείται ασήμαντη. Η οικολογία όμως δεν κάνει διακρίσεις μεταξύ «συμπαθητικών» και «μη συμπαθητικών» ειδών. Κάθε οργανισμός αποτελεί κρίκο μιας πολύπλοκης τροφικής αλυσίδας και η εξαφάνιση ή η μείωση ενός είδους μπορεί να επηρεάσει ολόκληρο το οικοσύστημα. Η επιστήμη της διατήρησης της φύσης επιδιώκει την ισορροπία. Η προστασία των κατοικίδιων ζώων και η προστασία της άγριας ζωής δεν είναι αντικρουόμενοι στόχοι, αλλά δύο πλευρές της ίδιας φιλοσοφίας. Η υπεύθυνη ιδιοκτησία κατοικίδιων, η στείρωση, η αποφυγή εγκατάλειψης ζώων, ο περιορισμός των γατών σε ελεγχόμενους χώρους όταν είναι δυνατόν και η εφαρμογή ολοκληρωμένων προγραμμάτων διαχείρισης των αδέσποτων μπορούν να προστατεύσουν τόσο την ευημερία των ζώων όσο και τη βιοποικιλότητα.
Η ανάγκη διαχείρισης των ανεξέλεγκτων πληθυσμών εισαγόμενων ή εξημερωμένων θηρευτών δεν αποτελεί κυπριακή ιδιαιτερότητα, αλλά διεθνή πρακτική που εφαρμόζεται σε πολλές χώρες με μοναδική βιοποικιλότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Αυστραλία, όπου οι άγριες (feral) γάτες θεωρούνται μία από τις μεγαλύτερες απειλές για την αυτόχθονη πανίδα. Υπολογίζεται ότι σκοτώνουν δισεκατομμύρια αυτόχθονα ζώα κάθε χρόνο και έχουν συμβάλει στην εξαφάνιση δεκάδων ειδών θηλαστικών, πτηνών και ερπετών. Για τον λόγο αυτό η αυστραλιανή κυβέρνηση εφαρμόζει εδώ και χρόνια ολοκληρωμένα εθνικά προγράμματα διαχείρισης των άγριων γατών, τα οποία περιλαμβάνουν παγίδευση, περίφραξη προστατευόμενων περιοχών, αυστηρό έλεγχο των πληθυσμών και, όπου επιστημονικά κρίνεται αναγκαίο, ελεγχόμενη θανάτωση για την προστασία απειλούμενων ειδών. Οι αποφάσεις αυτές δεν λαμβάνονται από μίσος προς τις γάτες, αλλά επειδή η προστασία της βιοποικιλότητας αποτελεί εθνική προτεραιότητα. Αντίστοιχα, στην Αυστραλία εφαρμόζονται προγράμματα διαχείρισης και για τους άγριους σκύλους και τα ντίνγκο (Canis dingo), όταν οι πληθυσμοί τους προκαλούν σοβαρές επιπτώσεις στην κτηνοτροφία ή σε άλλες περιοχές όπου απαιτείται προστασία ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Τα παραδείγματα αυτά αποδεικνύουν ότι οι ανεπτυγμένες χώρες αντιμετωπίζουν τη διαχείριση των εισαγόμενων ή ανεξέλεγκτων θηρευτών ως επιστημονικό ζήτημα διατήρησης της φύσης και όχι ως συναισθηματική αντιπαράθεση.
Η πραγματική φιλοζωία δεν περιορίζεται μόνο στους σκύλους και τις γάτες. Περιλαμβάνει σεβασμό προς κάθε μορφή ζωής και αναγνώριση ότι όλα τα είδη έχουν οικολογική αξία. Μια κοινωνία που επιλέγει να προστατεύει μόνο τα είδη που αγαπά ή θεωρεί χαριτωμένα, αδιαφορώντας για την τύχη των ενδημικών και απειλούμενων οργανισμών, δεν υπηρετεί πραγματικά τη φύση. Η πραγματική οικολογική συνείδηση απαιτεί να προστατεύονται τόσο τα κατοικίδια ζώα όσο και η φυσική πανίδα του τόπου. Το αγρινό, οι αετοί, οι γύπες, οι κουκουβάγιες, οι νυχτερίδες, τα ενδημικά πουλιά, τα ερπετά, τα αμφίβια, τα έντομα και κάθε οργανισμός που αποτελεί μέρος των φυσικών οικοσυστημάτων έχουν το ίδιο δικαίωμα στην επιβίωση.
Η προστασία της βιοποικιλότητας δεν είναι θέμα συναισθήματος αλλά επιστημονικής ευθύνης απέναντι στη φύση και στις επόμενες γενιές. Μόνο όταν η φιλοζωία συνυπάρχει με την οικολογική γνώση και τον σεβασμό προς όλα τα είδη μπορεί να υπηρετήσει πραγματικά τη ζωή και τη φύση.
*Φυσιοδίφης, συγγραφέας






