Του Ιάκωβου Ιακώβου
Ο όρος democracy fatigue, που στα ελληνικά αποδίδεται ως «δημοκρατική κόπωση», εμφανίστηκε σχετικά πρόσφατα στο ευρωπαϊκό πολιτικό λεξικό. Αν και δεν υφίσταται ακόμη μια απολύτως σαφής και ενιαία επιστημονική ανάλυση του όρου, χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη σταδιακή κόπωση των πολιτών και την απώλεια της πίστης τους ότι η παραδοσιακή – δηλαδή η αντιπροσωπευτική – δημοκρατία είναι ικανή να δώσει λύσεις στα σύγχρονα προβλήματα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, πολλοί πολίτες εναποθέτουν τις ελπίδες τους σε «δυναμικούς» ηγέτες, οι οποίοι συχνά ρέπουν προς τον αυταρχισμό και, στην ουσία, αποτελούν ναρκισσιστικές προσωπικότητες με τάσεις πολιτικής – και ενίοτε κοινωνικής – αυτοκαταστροφής. Το φαινόμενο αυτό ανοίγει τον δρόμο και ενθαρρύνει λαϊκιστικές και ακραίες δυνάμεις, οι οποίες προτείνουν άμεσες και απλουστευτικές λύσεις σε εξαιρετικά σύνθετα προβλήματα.
Σήμερα, δυνάμεις που διχάζουν αντί να ενώνουν, δυνάμεις τοξικές, μοιάζουν πιο ελκυστικές σε ένα μέρος της κοινωνίας. Η μετριοπάθεια και ο μετριοπαθής λόγος έπαψαν να θεωρούνται προσόν και αντιμετωπίζονται πλέον ως ένδειξη αδυναμίας.
Οι πολίτες αναζητούν λύσεις «out of the box» και αντιμετωπίζουν τους παραδοσιακούς πολιτικούς και τις καθιερωμένες πολιτικές δυνάμεις ως παρωχημένες. Ωστόσο, το φαινόμενο αυτό δεν προέκυψε εν μία νυκτί.
Η σταδιακή άνοδος της πολιτικής αδιαφορίας (political indifferentism), την οποία το ίδιο το πολιτικό σύστημα σε μεγάλο βαθμό υπέθαλψε, σε συνδυασμό με τις αλλεπάλληλες οικονομικές και γεωπολιτικές κρίσεις που συμπαρέσυραν – και συνεχίζουν να συμπαρασέρνουν – μια ολόκληρη γενιά στην Ευρώπη, έχουν διαμορφώσει ένα κλίμα βαθιάς ανασφάλειας.
Σε αυτό προστίθενται η ανεξέλεγκτη μετανάστευση των προηγούμενων ετών, η κρίση αξιών που βιώνει ο δυτικός κόσμος, καθώς και η εκτεταμένη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης..
Όλοι αυτοί οι παράγοντες, σε συνδυασμό με την αδυναμία του κράτους να δώσει αποτελεσματικές λύσεις στα σύγχρονα και σύνθετα προβλήματα, τροφοδοτούν την αδιαφορία των πολιτών οι οποίοι θεωρούν ότι απλά δεν αξίζει να συμμετέχουν.
Το μοτίβο αυτό μετατρέπεται σταδιακά σε έναν φαύλο κύκλο, ο οποίος απειλεί την ίδια τη λειτουργία της Δημοκρατίας. Η θεσμική αδυναμία δηλαδή, μετατρέπεται σε δημοκρατική κόπωση η οποία με τη σειρά βοηθά στην απονομιμοποίηση των ίδιων των δημοκρατικών διαδικασιών μέσω της απαξίωσής τους.
Ενδεικτικό του προβλήματος είναι το γεγονός ότι, παρόλο που η Ευρώπη ως συλλογικότητα έχει αγγίξει το υψηλότερο επίπεδο ευημερίας στην ανθρώπινη ιστορία, στις δημοσκοπήσεις οι ακραίες τάσεις κερδίζουν ολοένα και περισσότερο έδαφος.
Η Κύπρος δεν αποτελεί εξαίρεση από αυτό το φαινόμενο. Παρότι το προεδρικό σύστημα διακυβέρνησης προσφέρει – προς το παρόν – μεγαλύτερη σταθερότητα σε σύγκριση με τις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, η υποτίμηση της δημοκρατικής κόπωσης μπορεί να αποβεί μοιραία, ιδιαίτερα για μια πατρίδα που παραμένει υπό κατοχή.
Το 2026 είναι χρονιά εκλογών για την Κύπρο και τα πρώτα δείγματα δημοκρατικής κόπωσης έγιναν ήδη εμφανή στις πρόσφατες Ευρωεκλογές.
Το φαινόμενο αυτό μπορεί και πρέπει να αντιστραφεί μέσα από την ενίσχυση των θεσμών του Κράτους Δικαίου, την εμπέδωση κουλτούρας λογοδοσίας και την ενεργή και αποτελεσματική αντιμετώπιση των καθημερινών προβλημάτων των πολιτών.
Σε μια χώρα όπως την δική μας, όπου η Δημοκρατία δεν υπήρξε ποτέ αυτονόητη και παραμένει σε διαρκή δοκιμασία από το 1960, η αδιαφορία δεν είναι ουδέτερη στάση αλλά μια πολυτέλεια την οποία απλά δεν μπορούμε να έχουμε. Η δημοκρατική κόπωση δεν αντιμετωπίζεται με επικοινωνιακά τεχνάσματα, αλλά με ουσιαστική πολιτική βούληση και ισχυρούς, λειτουργικούς θεσμούς.






