Πού το πάει ο Χριστοδουλίδης με τις Βάσεις;

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ

Header Image

Το καθεστώς των Βάσεων αποτελεί προϊόν συμφωνημένης συνταγματικής και διεθνούς τάξης πραγμάτων και όχι αντικείμενο αμφισβητούμενης αποαποικιοποίησης. Αυτό είναι ίσως το βασικό νομικό εμπόδιο στην προσπάθεια να μεταφερθεί το «μοντέλο Μαυρικίου» στην Κύπρο.

Πόσο σοβαρές ή επιπόλαιες είναι οι δηλώσεις του Προέδρου Χριστοδουλίδη, όπως διατυπώθηκαν πρόσφατα, σε σχεση με την παρουσία των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο; Οι Τ/Κ, όπως τοποθετήθηκε ο Τουφάν Έρχιουρμαν, μπορούν να έχουν λόγο ή όχι σε ό,τι αφορά το μέλλον τους στη χώρα μας;

Το σίγουρο είναι ότι η δημόσια τοποθέτηση του Προέδρου της Δημοκρατίας, Νίκου Χριστοδουλίδη, για τις Βρετανικές Βάσεις στην Κύπρο επαναφέρει ένα από τα πιο σύνθετα και φορτισμένα ζητήματα της κυπριακής κρατικής υπόστασης: τη συνύπαρξη κυριαρχίας και περιορισμών που απορρέουν από το ιστορικό πλαίσιο της Ανεξαρτησίας. Οι δηλώσεις του, που περιλαμβάνουν αναφορά σε «ξεκάθαρο πλάνο» και ακόμη και σε ενδεχόμενο κατάργησης των Βάσεων, δεν μπορούν να ιδωθούν αποκομμένα από το ευρύτερο πολιτικό και γεωστρατηγικό περιβάλλον ούτε από τις νομικές δεσμεύσεις που διέπουν την Κυπριακή Δημοκρατία από το 1960 μέχρι σήμερα.

 

Ρητορική ή στρατηγική;

Σε πρώτο επίπεδο, οι δηλώσεις του Προέδρου φαίνεται να κινούνται μεταξύ πολιτικής στόχευσης και ρητορικής υπερβολής. Ο χαρακτηρισμός των Βρετανικών Βάσεων ως «αποικιοκρατικό κατάλοιπο» δεν είναι καινούργιος. Αντίθετα, αποτελεί διαχρονική θέση σημαντικής μερίδας του πολιτικού προσωπικού της χώρας. Η δημόσια, ωστόσο, αναφορά σε ενδεχόμενο κατάργησής τους, χωρίς να συνοδεύεται από συγκεκριμένο νομικό ή διπλωματικό οδικό χάρτη, με γενικές αναφορές και συσχετισμούς με την υπόθεση των νήσων του Μαυρικίου, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο πρόκειται για ρεαλιστική πολιτική επιδίωξη ή για μια δήλωση με εσωτερική πολιτική στόχευση.

Η συγκυρία δεν είναι τυχαία. Βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο ενόψει βουλευτικών εκλογών, με την άνοδο εθνικιστικών και αντι-ομοσπονδιακών φωνών. Η αναφορά, μάλιστα, σε επιστροφή στο ενιαίο κράτος του 1960, ακόμη και ως υπαινιγμός, συνιστά πολιτική επιλογή με σαφές ακροατήριο. Σε αυτό το πλαίσιο, οι δηλώσεις ενδέχεται να λειτουργούν περισσότερο ως πολιτικό σήμα προς συγκεκριμένα εκλογικά κοινά που στρατωνίζονται σε πολιτικούς χώρους, όπως το ΔΗΚΟ, η ΕΔΕΚ και το ΕΛΑΜ, παρά ως ώριμη διπλωματική θέση.

 

Το νομικό πλαίσιο: Δεσμεύσεις και όρια

Το πρώτο και ίσως πιο κρίσιμο ερώτημα αφορά τη νομική βάση τέτοιων τοποθετήσεων. Οι Βρετανικές Βάσεις στην Κύπρο δεν αποτελούν απλώς στρατιωτικές εγκαταστάσεις αλλά κυρίαρχες περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου, όπως προβλέπεται από τις Συνθήκες Ζυρίχης–Λονδίνου του 1960. Οι συνθήκες αυτές δεν ρυθμίζουν μόνο την παρουσία των Βάσεων αλλά και το συνολικό συνταγματικό και διεθνές πλαίσιο της Κυπριακής Δημοκρατίας, περιλαμβανομένου του καθεστώτος εγγυήσεων.

Η μονομερής αμφισβήτηση ή κατάργηση αυτών των συνθηκών από τη Λευκωσία δεν είναι νομικά εφικτή χωρίς σοβαρές συνέπειες. Οποιαδήποτε αλλαγή θα απαιτούσε είτε συναίνεση όλων των συμβαλλόμενων μερών είτε ριζική αναθεώρηση του διεθνούς καθεστώτος που διέπει την Κυπριακή Δημοκρατία. Επιπλέον, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η αποδόμηση αυτών των συμφωνιών θα άνοιγε επικίνδυνα νομικά προηγούμενα, ιδίως σε σχέση με την Τουρκία, η οποία εξακολουθεί να επικαλείται τις ίδιες συνθήκες για να δικαιολογήσει –έστω καταχρηστικά– την παρουσία της στο νησί.

 

Οι Τ/Κ και το ζήτημα της συμμετοχής

Η θέση του Προέδρου ότι οι Τουρκοκύπριοι μπορούν να έχουν λόγο στο ζήτημα των Βάσεων μόνο «αφού επιστρέψουν στην Κυπριακή Δημοκρατία» εγείρει σημαντικά πολιτικά και ηθικά ζητήματα. Από τη μία πλευρά, αντανακλά τη νομική πραγματικότητα: η Κυπριακή Δημοκρατία είναι το μόνο διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος στο νησί. Από την άλλη, αγνοεί την πολιτική πραγματικότητα της διχοτόμησης και την ανάγκη συμπερίληψης της τουρκοκυπριακής κοινότητας σε οποιαδήποτε μελλοντική ρύθμιση.

Η πλήρης αποσύνδεση των Τουρκοκυπρίων από τη συζήτηση για ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα -κι εδώ έχει δίκαιο να διαμαρτύρεται ο Τουφάν Έρχιουρμαν- ενδέχεται να υπονομεύσει τις προοπτικές επίλυσης του Κυπριακού. Αντί να λειτουργήσει σαν γέφυρα, η προσέγγιση αυτή ενισχύει τη λογική του αποκλεισμού, η οποία ιστορικά έχει οδηγήσει σε αδιέξοδα. Σε κάθε περίπτωση, οποιαδήποτε συνολική λύση –είτε ομοσπονδιακή είτε άλλη– θα απαιτήσει συμφωνία και των δύο κοινοτήτων, συμπεριλαμβανομένων θεμάτων όπως οι εγγυήσεις και η παρουσία ξένων στρατευμάτων.

 

Το δίλημμα των εγγυήσεων

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πιθανή αντίδραση του Ηνωμένου Βασιλείου. Στο Κραν Μοντανά το 2017, η Βρετανία είχε υιοθετήσει μια πιο ευέλικτη στάση, τασσόμενη υπέρ της κατάργησης του συστήματος εγγυήσεων, σε σύμπλευση με την Ελλάδα. Αυτή η στάση είχε θεωρηθεί σημαντικό διπλωματικό κέρδος για την ελληνοκυπριακή πλευρά, συνδυαστικά και με τη συμφωνία του 2014 όπου μεγάλο μέρος των Βάσεων περνούσε υπό ε/κ διοίκηση.

Εάν, ωστόσο, η Κυπριακή Δημοκρατία θέσει στο τραπέζι ζήτημα απομάκρυνσης των Βάσεων, είναι αμφίβολο κατά πόσο το Λονδίνο θα διατηρήσει την ίδια στάση. Η σύνδεση του ζητήματος της απομάκρυνσης των Βάσεων με ταυτόχρονη κατάργηση των εγγυήσεων ενδέχεται να οδηγήσει σε αναθεώρηση της βρετανικής θέσης, με πιθανές επιπτώσεις στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό.

Αν κρίνουμε βέβαια από τον τρόπο που χειρίζεται το θέμα ο Νίκος Χριστοδουλίδης μάλλον δεν προσβλέπει ούτε ενδιαφέρεται για διαπραγματεύσεις στο Κυπριακό. Παράπλευρα ο κ. Πρόεδρος αδυνατεί να διαπιστώσει ότι η κρίση στη Μέση Ανατολή οδηγεί σε μια σταδιακή σύγκλιση συμφερόντων μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Τουρκίας σε ζητήματα ασφάλειας, ιδιαίτερα στην ΕΕ μέσω του προγράμματος SAFE και στη Μέση Ανατολή υιοθετώντας μια πιο ουδέτερη και ευέλικτη στάση. Μήπως αυτή η σύγκλιση αν μπουν στην εξίσωση και οι Βάσεις θα μπορούσε να μεταφραστεί σε κοινή τουρκοβρετανική στάση στο Κυπριακό, ανατρέποντας εν μέρει τις μέχρι σήμερα βρετανικές θέσεις; Πολύ δύσκολο αφού σήμερα η Βρετανία αναγνωρίζει τη νομιμότητα και την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εάν βέβαια η Λευκωσία μετατρέψει το ζήτημα των Βάσεων σε κεντρικό διπλωματικό μέτωπο δεν αποκλείεται να προκαλέσει αναπροσαρμογή της βρετανικής στάσης προς μια πιο «τουρκοκεντρική» προσέγγιση. Όταν ο Τζακ Στρο υπηρετούσε το 2006 ως ΥΠΕΞ της Βρετανίας και προπηλακίστηκε στη Λευκωσία δεν δυσκολεύτηκε καθόλου στη συνέχεια να προχωρήσει ακόμα και σε τοποθετήσεις περί λύσης δύο κρατών στην Κύπρο. Το Λονδίνο αντιλαμβάνεται τις Βάσεις ως κρίσιμο στρατηγικό asset. Αν αισθανθεί ότι απειλείται η παρουσία της, είναι πιθανόν να επιδιώξει να διασφαλίσει τα συμφέροντά της μέσω εναλλακτικών συμμαχιών ή συγκλίσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία μπορεί να λειτουργήσει ως χρήσιμος εταίρος, δεδομένης της στρατιωτικής της ισχύος και της επιρροής της στην περιοχή.

 

Γεωπολιτική πραγματικότητα

Οι οπαδοί της θεωρίας της σύνθεσης και όχι της ρήξης υποστηρίζουν ότι, μέχρι τη λύση του Κυπριακού, οι Βάσεις θα μπορούσαν να ιδωθούν διαφορετικά, αφού μέσα σ' ένα περιβάλλον αυξανόμενης αστάθειας στη Μέση Ανατολή, η παρουσία τους αποκτά επιπλέον σημασία. Από τη μία πλευρά, η Κύπρος ενδέχεται να εκτίθεται σε κινδύνους λόγω της χρήσης των Βάσεων σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Από την άλλη, η ύπαρξή τους ενισχύει τη γεωστρατηγική αξία του νησιού και δημιουργεί ένα πλέγμα ασφάλειας και συνεργασίας με δυτικές δυνάμεις, με τη συμμετοχή της Ελλάδας, της Γαλλίας και των ΗΠΑ.

Η απομάκρυνση των Βάσεων θα μπορούσε να θεωρηθεί ως κίνηση ενίσχυσης της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, ωστόσο θα μπορούσε επίσης να δημιουργήσει κενό ασφάλειας ή να αποδυναμώσει τη διεθνή θέση της χώρας σε μια περίοδο αυξημένων περιφερειακών εντάσεων. Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο αν είναι επιθυμητή η κατάργηση των Βάσεων αλλά και αν είναι στρατηγικά συνετή υπό τις παρούσες συνθήκες.

 

Οι συνέπειες 

Οι δηλώσεις του Προέδρου Χριστοδουλίδη για τις Βρετανικές Βάσεις κινούνται σε ένα λεπτό όριο μεταξύ πολιτικής δημαγωγίας και στρατηγικής τοποθέτησης. Ενώ αντανακλούν υπαρκτές ανησυχίες και ιστορικές ευαισθησίες, εγείρουν ταυτόχρονα σοβαρά νομικά, διπλωματικά και γεωπολιτικά ερωτήματα.

Η μονομερής προσέγγιση στο ζήτημα των συνθηκών του 1960 είναι δύσκολα εφαρμόσιμη και ενδέχεται να έχει απρόβλεπτες συνέπειες. Η αποσύνδεση των Τουρκοκυπρίων από τη συζήτηση δεν συνάδει με την ανάγκη για συνολική λύση, ενώ η πιθανή μεταβολή της στάσης της Βρετανίας αποτελεί παράγοντα που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Τελικά, το ζήτημα των Βάσεων δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποσπασματικά ή επικοινωνιακά. Απαιτείται μια συνεκτική στρατηγική που να λαμβάνει υπόψη το διεθνές δίκαιο, τις ισορροπίες ισχύος και, κυρίως, τις προοπτικές επίλυσης του Κυπριακού. Εκτός βέβαια κι αν στόχος μας πλέον δεν είναι η λύση ομοσπονδίας, αλλά λύση δύο κρατών. Εν τοιαύτη περιπτώσει μόλις ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης υπογράψει λύση δυο κρατών με τον Τουφάν Έρχιουρμαν νομιμοποιείται να ζητήσει την έξωση των Βάσεων από την «Κυπριακή Ελληνική Δημοκρατία». Ακόμα κι αν αυτό είναι εφικτό, ποιος του εγγυάται ότι οι Βάσεις της Δεκέλειας δεν θα δοθούν στους Τουρκοκυπρίους;

 

Μαυρίκιος: δημιουργεί προηγούμενο για την Κύπρο;

Η απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου να διαπραγματευτεί την επιστροφή του αρχιπελάγους Τσάγκος στον Μαυρίκιο επανέφερε δυναμικά στο προσκήνιο ένα ερώτημα που απασχολεί και την κυπριακή δημόσια συζήτηση: δημιουργείται πράγματι ένα προηγούμενο που μπορεί να αξιοποιηθεί από την Κύπρο σε σχέση με τις Βρετανικές Βάσεις;

Η σύντομη απάντηση είναι ότι δημιουργείται ένα πολιτικό και ηθικό προηγούμενο αλλά όχι ένα άμεσο νομικό εργαλείο που μπορεί να μεταφερθεί αυτούσιο στην κυπριακή περίπτωση. Η ουσία βρίσκεται στις λεπτές αλλά κρίσιμες διαφορές.

Η υπόθεση του Μαυρικίου αφορά το αρχιπέλαγος Τσάγκος, το οποίο αποσπάστηκε από την αποικία του Μαυρικίου το 1965, λίγο πριν την ανεξαρτησία του, προκειμένου να δημιουργηθεί η Βρετανική Περιοχή Ινδικού Ωκεανού. Στο έδαφος αυτό εγκαταστάθηκε η αμερικανοβρετανική στρατιωτική βάση στο Ντιέγκο Γκαρσία.

Το κρίσιμο στοιχείο εδώ είναι ότι η απόσπαση του Τσάγκος θεωρήθηκε εκ των υστέρων παραβίαση του διεθνούς δικαίου αποαποικιοποίησης. Το 2019, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ICJ), με γνωμοδότησή του, έκρινε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο όφειλε να τερματίσει τη διοίκησή του επί των νησιών, καθώς η αποικιοκρατική διαδικασία δεν είχε ολοκληρωθεί νόμιμα. Ακολούθησε και ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ προς την ίδια κατεύθυνση.

Η σημερινή διαπραγμάτευση Λονδίνου-Πορτ Λουίς δεν είναι, συνεπώς, μια «γενναιόδωρη πολιτική απόφαση» αλλά αποτέλεσμα πολυετούς διεθνούς πίεσης, νομικής τεκμηρίωσης και σταδιακής απονομιμοποίησης της βρετανικής κυριαρχίας στο Τσάγκος.

Σε αντίθεση με τον Μαυρίκιο, η ύπαρξη των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο δεν προέκυψε από μονομερή αποικιοκρατική απόφαση λίγο πριν την Ανεξαρτησία αλλά από διεθνή συμφωνία. Οι Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου του 1960, που υπεγράφησαν από την Κύπρο, την Ελλάδα, την Τουρκία και το Ηνωμένο Βασίλειο, προέβλεπαν ρητά τη δημιουργία δύο κυρίαρχων περιοχών βάσεων υπό βρετανική διοίκηση. Με άλλα λόγια, το καθεστώς των Βάσεων αποτελεί προϊόν συμφωνημένης συνταγματικής και διεθνούς τάξης πραγμάτων και όχι αντικείμενο αμφισβητούμενης αποαποικιοποίησης. Αυτό είναι το βασικό νομικό εμπόδιο στην προσπάθεια να μεταφερθεί το «μοντέλο Μαυρικίου» στην Κύπρο.

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.

Διαβάστε περισσότερα