Γράφει ο Νίκος Μεσαρίτης
Οι τελευταίες βουλευτικές εκλογές στην Κύπρο άφησαν πίσω τους «νικητές», ηττημένους, ποσοστά, αναλύσεις και τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις. Όμως υπήρξε μια απουσία εκκωφαντική. Το Κυπριακό. Το μεγαλύτερο πολιτικό, ιστορικό και υπαρξιακό ζήτημα της χώρας απουσίαζε σχεδόν ολοκληρωτικά από τη δημόσια συζήτηση.
Και αυτό ίσως είναι το πιο βαθύ πολιτικό και ψυχολογικό πρόβλημα της σημερινής Κύπρου: η σταδιακή κανονικοποίηση της διχοτόμησης. Όχι ως επίσημη πολιτική, αλλά ως κοινωνική συνήθεια και ως κρυφός στόχος πολιτικών και κομμάτων.
Πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια, μια προεκλογική περίοδος χωρίς ουσιαστική συζήτηση για το Κυπριακό θα θεωρείτο αδιανόητη. Σήμερα περνά σχεδόν ως «φυσιολογική». Η καθημερινότητα, η οικονομία, οι καταγγελίες διαφθοράς, οι τιμές, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και οι προσωπικές στρατηγικές πολιτικών υπερκαλύπτουν το υπαρξιακό ζήτημα της χώρας.
Η προεκλογική περίοδος περιστράφηκε γύρω από πρόσωπα, επικοινωνιακές συγκρούσεις και συνθήματα. Ακούσαμε υποσχέσεις για «κάθαρση», «νέα πολιτική», «σωτηρία του τόπου».
Ελάχιστα, όμως, ακούστηκαν για τη μισή πατρίδα που παραμένει υπό κατοχή σχεδόν μισό αιώνα.
Εκλογές έγιναν και για τις κατεχόμενες επαρχίες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ψηφοδέλτια υπήρχαν για την Κερύνεια και Αμμόχωστο. Οι εκτοπισμένοι πολίτες ψήφισαν κανονικά. Η συμμετοχή αυτή έχει ιστορικό και ηθικό συμβολισμό: ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν αναγνωρίζει την απώλεια εκείνων των περιοχών.
Όμως η πραγματικότητα γίνεται ολοένα πιο δύσκολη. Πολιτικά και δημογραφικά ο βορράς αλλάζει συνεχώς, ενώ στον νότο ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας φαίνεται να έχει προσαρμοστεί σε μια κατάσταση «μισής κανονικότητας». Η διχοτόμηση παγιώνεται, όχι μόνο στρατιωτικά αλλά και ψυχολογικά.
Οι κοινωνίες, άλλωστε, δεν χάνουν την ιστορική τους θέση ξαφνικά. Τη χάνουν όταν συνηθίζουν την εκκρεμότητα, όταν το προσωρινό μετατρέπεται σε μόνιμο και όταν η πολιτική περιορίζεται μόνο στη διαχείριση της καθημερινότητας χωρίς μακρόπνοη σκέψη.
Η σημερινή γενιά μεγάλωσε με οδοφράγματα, κατοχή και χάρτες μισής πατρίδας. Για πολλούς νέους ανθρώπους, η Κερύνεια, η Αμμόχωστος και η Μόρφου δεν αποτελούν βιωμένη εμπειρία αλλά μακρινή αφήγηση. Και όταν μια ιστορική πληγή παύει να βιώνεται ως άμεση, δημιουργείται τραγικό κενό.
Την ίδια στιγμή, η γεωπολιτική πραγματικότητα γύρω από την Κύπρο γίνεται ολοένα πιο επικίνδυνη. Ο πόλεμος στη Γάζα, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, οι ενεργειακοί ανταγωνισμοί, οι βρετανικές βάσεις, η παρουσία τουρκικού στρατού, οι μεταναστευτικές ροές και οι θαλάσσιοι δρόμοι ενέργειας και εμπορίου μετατρέπουν την Ανατολική Μεσόγειο σε περιοχή υψηλής έντασης.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η αίσθηση ότι «είμαστε μακριά από τον κίνδυνο» είναι εύθραυστη.
Οι σύγχρονες συγκρούσεις δείχνουν ότι χαμηλού κόστους μέσα, ασύμμετρες επιθέσεις, κυβερνοπόλεμος και drones μπορούν να επηρεάσουν οικονομίες και κοινωνίες πολύ πέρα από το καθαρά στρατιωτικό πεδίο. Ένα περιορισμένο επεισόδιο αρκεί για να πλήξει τον τουρισμό, τις επενδύσεις και το αίσθημα ασφάλειας.
Και η Κύπρος διαθέτει μιαν οικονομία ιδιαίτερα εξαρτημένη από την εικόνα σταθερότητας. Ο τουρισμός, οι υπηρεσίες και οι ξένες επενδύσεις στηρίζονται στην πεποίθηση ότι η χώρα παραμένει ασφαλής και προβλέψιμη. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και περιορισμένη γεωπολιτική αναταραχή μπορεί να έχει δυσανάλογες συνέπειες.
Το κρίσιμο ερώτημα για την Κύπρο ίσως δεν είναι μόνο τι επιδιώκει η Τουρκία, αλλά αν η ίδια η κυπριακή κοινωνία διατηρεί ακόμη στρατηγική συνείδηση· αν βλέπει το μέλλον συλλογικά ή αν αρκείται στη διαχείριση της παρούσας «ευκολίας». Αντί να συζητηθούν σοβαρά όλα αυτά, παρακολουθήσαμε μια προεκλογική περίοδο όπου κυριάρχησαν οι ψευδαισθήσεις και η επικοινωνιακή πολιτική.
Την ίδια ώρα, η άνοδος ακραίων και εθνικιστικών δυνάμεων φανερώνει και κάτι βαθύτερο. Όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι δεν υπάρχουν πειστικές απαντήσεις, τότε εύκολα στρέφονται σε απλοϊκά συνθήματα, σε «σωτήρες» και σε εύκολες υποσχέσεις.
Η Ιστορία, όμως, της Κύπρου θα έπρεπε να έχει διδάξει κάτι πολύ απλό: τα μεγάλα εθνικά προβλήματα δεν λύνονται ούτε με κραυγές ούτε με αυταπάτες.
Το Κυπριακό, όσο υποχωρεί από τη δημόσια συζήτηση, τόσο η πραγματικότητα στο έδαφος μεταβάλλεται σε έρπουσα αποδοχή. Ο χρόνος δεν λειτουργεί ουδέτερα.
Η μεγαλύτερη ίσως απειλή σήμερα δεν είναι μια άμεση στρατιωτική σύγκρουση. Είναι η πολιτική και κοινωνική αδράνεια. Είναι η αποδοχή μιας «μισής κανονικότητας». Είναι η ψευδαίσθηση ότι η οικονομική καθημερινότητα αρκεί για να αντικαταστήσει τη στρατηγική σκέψη για το μέλλον της χώρας.
Η Κύπρος χρειάζεται επειγόντως επαναφορά της σοβαρότητας στη δημόσια ζωή. Χρειάζεται πολιτική που να κοιτά πέρα από τις επόμενες εκλογές. Χρειάζεται πολίτες που να απαιτούν όχι μόνο συνθήματα, αλλά σχέδιο, ευθύνη και ιστορική συνείδηση.
Γιατί οι χώρες δεν χάνονται μόνο όταν ηττώνται στρατιωτικά. Χάνονται και όταν σταματούν να σκέφτονται το μέλλον τους.







