Το περιοδικό New York δημοσίευσε αυτές τις μέρες λεπτομέρειες από το λεγόμενο «Master Plan» για τη μεταπολεμική ανοικοδόμηση της Γάζας, το οποίο παρουσίασε ο γαμπρός του Ντόναλντ Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ, στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός. Το σχέδιο προβλέπει τη μετατροπή της Γάζας σε ένα σύγχρονο οικονομικό και τουριστικό κέντρο, με ουρανοξύστες, αεροδρόμιο, λιμάνι, βιομηχανικές ζώνες και εκατοντάδες χιλιάδες νέες κατοικίες. Σύμφωνα με τους εμπνευστές του, η οικονομία της Γάζας θα μπορούσε να ξεπεράσει τα 10 δισεκατομμύρια δολάρια μέχρι το 2035, δημιουργώντας περισσότερες από 500.000 θέσεις εργασίας και προσελκύοντας δεκάδες δισεκατομμύρια σε ιδιωτικές επενδύσεις.
Το άρθρο, που υπογράφεται από τον Μοχάμεντ Ρ. Μαουίς, Παλαιστίνιο συγγραφέα και δημοσιογράφο με έδρα στη Γάζα, υποστηρίζει ότι το σχέδιο αυτό απέχει δραματικά από την πραγματικότητα που βιώνουν οι Παλαιστίνιοι στη Γάζα. Ενώ οι παρουσιάσεις προβάλλουν εντυπωσιακές εικόνες παραθαλάσσιων πόλεων και πολυτελών θερέτρων, παραλείπουν να αντιμετωπίσουν τα πιο επείγοντα προβλήματα: τα εκατομμύρια τόνους ερειπίων, τις χιλιάδες μη εκραγείσες βόμβες, την καταστροφή του συστήματος ύδρευσης και αποχέτευσης, την έλλειψη φαρμάκων, καθώς και τις τεράστιες ανθρωπιστικές ανάγκες ενός πληθυσμού που εξακολουθεί να ζει σε σκηνές μετά από χρόνια πολέμου.
Αλλά ο Τραμπ και η ευρύτερη οικογένειά του, βλέπουν τον πλανήτη ως φιλέτα του real estate. Tο σχέδιο δεν σχεδιάστηκε με γνώμονα τις ανάγκες των Παλαιστινίων αλλά κυρίως τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ και ορισμένων αραβικών κρατών του Κόλπου. Οι Παλαιστίνιοι δεν συμμετείχαν ουσιαστικά στη διαμόρφωσή του και δεν είχαν λόγο στις αποφάσεις που αφορούν το μέλλον τους. Η ανοικοδόμηση παρουσιάζεται ως επενδυτική ευκαιρία για διεθνή κεφάλαια, ενώ οι κάτοικοι της Γάζας αντιμετωπίζονται περισσότερο ως εργατικό δυναμικό παρά ως πολιτικοί και κοινωνικοί φορείς με δικαιώματα.
Κεντρικός θεσμός του σχεδίου είναι το λεγόμενο «Board of Peace» (Συμβούλιο Ειρήνης), ένας νέος οργανισμός που δημιουργήθηκε επί προεδρίας Τραμπ. Στην ηγεσία του συμμετέχουν πολιτικοί, επιχειρηματίες και διεθνείς παράγοντες, όπως ο Κούσνερ, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο πρώην πρωθυπουργός της Βρετανίας Τόνι Μπλερ και άλλες παρεμφερείς προσωπικότητες. Παρότι υπάρχουν εκπρόσωποι διαφόρων χωρών για ξεκάρφωμα και μια παλαιστινιακή τεχνοκρατική επιτροπή, η πραγματική εξουσία συγκεντρώνεται στον πρόεδρο του Συμβουλίου, δηλαδή στον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ.
Νομικοί και αναλυτές εκφράζουν σοβαρές ανησυχίες για τη δημοκρατική νομιμοποίηση του οργανισμού. Το Συμβούλιο δεν βασίζεται σε διεθνή συνθήκη ούτε διαθέτει ισχυρή θεσμική σύνδεση με τα Ηνωμένα Έθνη. Επιπλέον, δεν προβλέπεται σαφής διαδικασία μεταβίβασης της εξουσίας μετά την αποχώρηση του Τραμπ από την προεδρία των ΗΠΑ, γεγονός που θα μπορούσε να του επιτρέψει να διατηρήσει σημαντική επιρροή στις εξελίξεις της Γάζας και στο μέλλον.
Το άρθρο τονίζει επίσης ότι το οικονομικό μοντέλο του σχεδίου ενισχύει την εξάρτηση της Γάζας από το Ισραήλ. Οι προτεινόμενες βιομηχανικές ζώνες βρίσκονται κοντά στα ισραηλινά σύνορα και θα εξαρτώνται από ισραηλινές υποδομές, δίκτυα ενέργειας και αλυσίδες εφοδιασμού. Σύμφωνα με επικριτές του σχεδίου, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε οικονομική ανάπτυξη στα χαρτιά, αλλά όχι σε πραγματική οικονομική αυτονομία των Παλαιστινίων.
Παράλληλα, η γεωγραφική αναδιάρθρωση που προτείνεται μετατοπίζει το κέντρο βάρους της Γάζας προς τον νότο, στις περιοχές της Ράφα και της Χαν Γιούνις. Η ιστορική πόλη της Γάζας, που υπήρξε για δεκαετίες το πολιτικό, πολιτιστικό και οικονομικό κέντρο της περιοχής, απουσιάζει σχεδόν εντελώς από τα σχέδια ανάπτυξης. Αυτό, σύμφωνα με τους επικριτές, θα μπορούσε να οδηγήσει σε μόνιμες δημογραφικές και πολιτικές αλλαγές.
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα αφορά την ιδιοκτησία της γης. Για να προχωρήσουν μεγάλης κλίμακας επενδύσεις, απαιτείται πρόσβαση στα αρχεία ιδιοκτησίας που διατηρεί η Παλαιστινιακή Αρχή. Ορισμένοι ειδικοί φοβούνται ότι η διαδικασία ανοικοδόμησης μπορεί να διευκολύνει τη μεταβίβαση παλαιστινιακής γης σε τρίτους επενδυτές ή ακόμη και σε μη Παλαιστίνιους κατοίκους. Επιπλέον, η σταδιακή εκκένωση ορισμένων περιοχών λόγω στρατιωτικών περιορισμών ή ανθρωπιστικής πίεσης ενδέχεται να οδηγήσει στον χαρακτηρισμό πολλών περιουσιών ως «εγκαταλελειμμένων».
Η διαδικασία περιγράφεται ως «Δυτικο-οχθοποίηση» της Γάζας, δηλαδή ως επέκταση πρακτικών που εφαρμόζονται εδώ και χρόνια στη Δυτική Όχθη: περιορισμός πρόσβασης σε πόρους, εξαναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών, έλεγχος της επιστροφής των εκτοπισμένων και σταδιακή μεταβολή της κυριότητας του εδάφους.
Παράλληλα, η χρηματοδότηση του σχεδίου παραμένει αβέβαιη. Παρότι χώρες του Κόλπου έχουν υποσχεθεί συνεισφορές, τα ποσά απέχουν πολύ από τα 70 έως 100 δισεκατομμύρια δολάρια που εκτιμάται ότι απαιτούνται για την ανοικοδόμηση. Πολλοί δωρητές εμφανίζονται επιφυλακτικοί, ιδιαίτερα επειδή στο παρελθόν μεγάλα έργα υποδομής που χρηματοδοτήθηκαν στη Γάζα καταστράφηκαν σε μεταγενέστερες στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Αναλυτές εκφράζουν φόβους ότι το σχέδιο θα οδηγήσει στην οριστική πολιτική αποσύνδεση της Γάζας από τη Δυτική Όχθη, υπονομεύοντας κάθε προοπτική ενιαίου παλαιστινιακού κράτους. Μετά την αποδυνάμωση της Χαμάς, την απουσία της Φατάχ από τη Γάζα και την παρακμή πολλών παλαιστινιακών θεσμών, το πολιτικό κενό είναι μεγάλο. Σύμφωνα με τους επικριτές, το Συμβούλιο Ειρήνης επιχειρεί να καλύψει αυτό το κενό όχι με την ενίσχυση της παλαιστινιακής αυτοδιάθεσης αλλά με μια μορφή εξωτερικής διαχείρισης.
Ο πραγματικός κίνδυνος είναι όμως αλλού. Η πραγματική στόχευση του σχεδίου δεν βρίσκεται στα εντυπωσιακά οράματα ουρανοξυστών και τουριστικών νησιών, αλλά στις μικρές διοικητικές και οικονομικές αποφάσεις που μπορούν σταδιακά να δημιουργήσουν μια νέα, μη αναστρέψιμη πραγματικότητα. Όπως συνέβη με την επέκταση των ισραηλινών οικισμών στη Δυτική Όχθη, έτσι και στη Γάζα η ανοικοδόμηση μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό πολιτικού μετασχηματισμού του χώρου πριν υπάρξει οποιαδήποτε δίκαιη και βιώσιμη πολιτική λύση στο παλαιστινιακό ζήτημα.
Πηγή: lifo







