Οι φετινές βουλευτικές εκλογές στην Κύπρο καταγράφουν ένα εντυπωσιακό ρεκόρ, για κάποιους ανησυχητικό: 753 υποψήφιοι διεκδικούν μια θέση στη Βουλή. Από αυτούς οι 697 δεν θα εκλεγούν, αφού υπάρχουν μόλις 56 θέσεις. Είναι ένας τρελός αριθμός για μια χώρα του ενός εκατομμυρίου, αφού αν το σκεφτεί κανείς, κατά αναλογία, φτάνει σχεδόν τον έναν υποψήφιο ανά 1.300 πολίτες. Ένας αριθμός που από μόνος του λέει πολλά για την εποχή, την κοινωνία αλλά και την κατάσταση του πολιτικού μας συστήματος.
Ας το ξεκινήσουμε θετικά. Το να έχεις 753 ανθρώπους που θέλουν να λύσουν τα προβλήματα του τόπου, μόνο θετικά μπορείς να το εκτιμήσεις, άλλωστε περισσότεροι υποψήφιοι σημαίνει περισσότερο ενδιαφέρον για τα κοινά. Σε μια περίοδο όπου σε πολλές ευρωπαϊκές δημοκρατίες κυριαρχεί η αποχή, η απαξίωση της πολιτικής και η αποστασιοποίηση των νέων, το γεγονός ότι εκατοντάδες πολίτες θέλουν να συμμετέχουν ενεργά στην πολιτική διαδικασία, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αρνητικά. Αν δεν είχαμε υποψήφιους, ήταν 1 προς 2 στα στοιχήματα πως θα μιλούσαμε για την πλήρη απαξίωση της πολιτικής, εδώ κάθε σπίτι και υποψήφιος, κάθε λιμάνι και καημός και λέμε τα ίδια. Όμως, η δημοκρατία προβλέπει συμμετοχή και κάθε ένας δικαιούται να ελπίζει... Και ας μην γελιόμαστε. Ουδέποτε στις εκλογές οι υποψήφιοι που υπήρχαν ήταν ό,τι καλύτερο διέθετε ο τόπος. Και ουδέποτε εκλέχθηκαν οι καλύτεροι από τους καλύτερους που διαθέτουμε.
Δυστυχώς όμως η μεγάλη προσφορά υποψηφίων αποκαλύπτει ταυτόχρονα και μια βαθύτερη κοινωνική μετατόπιση. Η περίπτωση του Φειδία Παναγιώτου άνοιξε την όρεξη και λειτούργησε καταλυτικά. Για πολλούς αποτέλεσε την απόδειξη ότι ένας άνθρωπος με ισχυρή ψηφιακή παρουσία, αντισυστημικό προφίλ και επικοινωνιακή ευχέρεια μπορεί να ανατρέψει τα δεδομένα χωρίς την παραδοσιακή πολιτική διαδρομή. Και εδώ είναι που ξεκινούν τα δύσκολα, καθώς η υπερπληθώρα υποψηφίων δεν σημαίνει ένδειξη πολιτικής ωριμότητας. Μπορεί να είναι και σύμπτωμα αποσύνθεσης, αφού η πολιτική μετατρέπεται σε προσωπικό εγχείρημα προβολής και η υποψηφιότητα γίνεται εργαλείο αναγνωρισιμότητας ή ψηφιακής επιβεβαίωσης, τότε η ουσία της δημοκρατικής διαδικασίας αποδυναμώνεται. Η δημόσια συζήτηση κινδυνεύει να χαθεί μέσα στον θόρυβο, στις ατάκες και στα viral βίντεο. Στην ουσία, η περίπτωση του Φειδία, άνοιξε την όρεξη σε πολλούς εντός και εκτός παραδοσιακών κομμάτων. Όμως άνοιξε την όρεξη περισσότερο σε αυτούς που ήταν σίγουροι πως δεν θα αλλάξει τίποτα στον τόπο, σε αυτούς που ήξεραν να αποδομούν τα πάντα και προ ευρωεκλογών θα προτιμούσαν την παραλία, σε ένα άλλο κλισεδιάρικο θέμα που γράφουν οι εφημερίδες τη μέρα της κάλπης. Τώρα, θεωρούν τους εαυτούς τους σωτήρες του τόπου. Αυτό από μόνο του δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό. Κάθε κοινωνία χρειάζεται νέα πρόσωπα, διαφορετικές φωνές και ανθρώπους που δεν μεγάλωσαν μέσα στους κομματικούς σωλήνες, ωστόσο είμαστε σίγουροι πως δεν χρειαζόταν ανθρώπους αλεξιπτωτιστές, αλλά ανθρώπους που θα μπορέσουν να λύσουν τα προβλήματα του τόπου, όχι με τα views, αλλά με πραγματική πολιτική δουλειά, αφού το να αποδομείς τους πάντες από το κινητό σου δεν σημαίνει ότι μπορείς να χτίσεις κάτι καλύτερο μέσα στη Βουλή.







