Η χθεσινή νέα διαμαρτυρία των κτηνοτρόφων αναδεικνύει μια σοβούσα κατάσταση η οποία δεν μπορεί να επιλυθεί με απλές νουθεσίες και, κυρίως, χωρίς να υπάρξει ο αναγκαίος συντονισμός όλων των πλευρών. Η αντίδραση όλων όσοι συμμετέχουν στην προσπάθεια αντιμετώπισης της τεράστιας κρίσης του αφθώδους πυρετού, που πλήττει την Κύπρο τους τελευταίους μήνες, πρέπει να διατηρείται σε επίπεδα συνέργειας ώστε να αντιμετωπιστεί αυτό το τεράστιο υγειονομικό πρόβλημα. Το οποίο βεβαίως δεν πλήττει μόνο τον κτηνοτροφικό τομέα. Πρόκειται για μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης, διαχείρισης και επιβίωσης της ίδιας της πρωτογενούς παραγωγής. Οι χιλιάδες θανατώσεις ζώων -χάθηκε ήδη πάνω από το 10% της κτηνοτροφίας- οι εικόνες από κατεστραμμένες μονάδες και η αγωνία των κτηνοτρόφων, η οποία εκφράζεται πολλές φορές μη ορθολογιστικά εξαιτίας και της απόγνωσής τους, συνθέτουν μια ζοφερή πραγματικότητα η οποία εδώ και τώρα πρέπει να αντιμετωπιστεί.
Η εξάπλωση της νόσου πέρα από τις αρχικές εστίες σε Λάρνακα και Λευκωσία έδειξε τις αδυναμίες του κρατικού μηχανισμού ο οποίος δεν κατάφερε να περιορίσει έγκαιρα και αποτελεσματικά τον ιό. Οι καταγγελίες για καθυστερήσεις, ασυνεννοησία και ελλιπείς ελέγχους έχουν ενισχύσει την καχυποψία των κτηνοτρόφων απέναντι στις αρμόδιες υπηρεσίες. Την ίδια ώρα, οι αντιδράσεις και οι παραβιάσεις των πρωτοκόλλων από μερίδα παραγωγών δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο που δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την αντιμετώπιση της κρίσης.
Οι συνέπειες είναι ήδη ορατές. Η μείωση της παραγωγής γάλακτος απειλεί άμεσα το χαλλούμι, ένα από τα σημαντικότερα εξαγώγιμα προϊόντα και βασικό πυλώνα της αγροτικής οικονομίας. Αν χαθεί η παραγωγική δυνατότητα των μικρών και μεσαίων κτηνοτροφικών μονάδων, η ζημιά δυστυχώς δεν πρόκειται να είναι προσωρινή αλλά μακροχρόνια.
Η έξοδος από το αδιέξοδο απαιτεί πρώτα απ’ όλα αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Η κυβέρνηση οφείλει να κινηθεί με πλήρη διαφάνεια, αξιόπιστες επιστημονικές διαδικασίες και συνεχή ενημέρωση των παραγωγών. Η κυβέρνηση βασίζει τη θεραπεία της κρίσης κυρίως στην τήρηση όλων των πρωτοκόλλων τα οποία οδηγούν στην εκτόνωση του προβλήματος. Το δεύτερο σημείο αναφοράς είναι η άμεση και χωρίς χρονοτριβή ολοκλήρωση της οικονομικής αρωγής στους πληγέντες κτηνοτρόφους.
Οι κτηνοτρόφοι αγωνιούν και αυτή τους η ανησυχία μεταφέρεται αντανακλαστικά στην ίδια την κοινωνική συνοχή και στους κινδύνους για τον πρωτογενή τομέα της οικονομίας.







