Γράφει ο Νίκος Μεσαρίτης
Ι. Η ΑΓΝΟΙΑ ΠΛΗΡΩΝΕΤΑΙ
Από το «Νενικήκαμεν» στην εισβολή. Όσα κληρονομήσαμε.
Η Κύπρος βρίσκεται εδώ και δεκαετίες μπροστά σε έναν καθρέφτη που αποφεύγει να κοιτάξει κατάματα. Κοιτάζουμε συχνά τους άλλους και σπανιότερα τον εαυτό μας. Αναζητούμε ευθύνες, αλλά δυσκολευόμαστε να αναζητήσουμε διδάγματα. Όμως οι κοινωνίες δεν πληρώνουν μόνο για τα λάθη που κάνουν. Πληρώνουν και για τα μαθήματα που αρνούνται να διδαχθούν.
Η Ιστορία της Κύπρου είναι γεμάτη από στιγμές θάρρους, αυτοθυσίας και αξιοπρέπειας. Είναι, όμως, γεμάτη και από στιγμές όπου η επιθυμία υπερίσχυσε της πραγματικότητας, το σύνθημα υπερίσχυσε της ανάλυσης και η βεβαιότητα υπερίσχυσε της γνώσης. Το τίμημα υπήρξε βαρύ και εξακολουθεί να πληρώνεται μέχρι σήμερα.
Όταν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος επέστρεψε από το Λονδίνο και αναφώνησε «Νενικήκαμεν», εξέφραζε το αίσθημα ανακούφισης ενός λαού που έβγαινε από την αποικιοκρατία και αποκτούσε το δικό του κράτος. Ωστόσο η Ιστορία δεν αξιολογεί τις προθέσεις, ούτε τα συνθήματα. Αξιολογεί τα αποτελέσματα.
Η Ένωση με την Ελλάδα δεν πραγματοποιήθηκε. Αντίθετα, η Ελλάδα και η Τουρκία εισήλθαν θεσμικά στο κυπριακό ζήτημα ως εγγυήτριες δυνάμεις. Το Κυπριακό έπαψε να είναι αποκλειστικά ζήτημα αποαποικιοποίησης και μετατράπηκε σε ένα σύνθετο διεθνές πρόβλημα, όπου τα συμφέροντα τρίτων χωρών επηρέαζαν καθοριστικά τις εξελίξεις. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο περίπλοκη από τις προσδοκίες.
Το πρόβλημα, όμως, δεν ήταν μόνο πολιτικό. Ήταν βαθύτερα κοινωνικό. Και στις δύο κοινότητες αναπτύχθηκαν αφηγήσεις που υπόσχονταν ιστορική δικαίωση, χωρίς να εξετάζουν επαρκώς τις συνέπειες. Στην ελληνοκυπριακή πλευρά καλλιεργήθηκε η πεποίθηση ότι η Ιστορία ακολουθούσε μια σχεδόν νομοτελειακή πορεία προς την εκπλήρωση των εθνικών στόχων. Στην τουρκοκυπριακή πλευρά ενισχύθηκαν αντίστοιχα αφηγήματα φόβου, διαχωρισμού και εξάρτησης από εξωτερικές δυνάμεις προστασίας. Οι διαφορετικές αφηγήσεις κατέληξαν στο ίδιο αποτέλεσμα: στη διεύρυνση της απόστασης ανάμεσα στις δύο κοινότητες.
Οι φωνές που προειδοποιούσαν ότι το μέλλον της Κύπρου δεν μπορούσε να οικοδομηθεί πάνω σε αμοιβαίους φόβους και εθνικούς ανταγωνισμούς παρέμειναν μειοψηφικές. Οι πιο μετριοπαθείς συχνά χαρακτηρίζονταν αφελείς, ύποπτοι ή ακόμη και προδότες. Όταν μια κοινωνία σταματά να ακούει τις προειδοποιήσεις και ακούει μόνο όσα επιβεβαιώνουν τις βεβαιότητές της, έχει ήδη αρχίσει να βαδίζει προς το λάθος.
Η τραγωδία του 1974 δεν έπεσε από τον ουρανό. Προηγήθηκαν δεκαετίες κατά τις οποίες η γνώση υποχώρησε μπροστά στην ιδεολογία, η κριτική σκέψη μπροστά στην πίστη και η σύνθετη πραγματικότητα μπροστά στα εύκολα συνθήματα. Βεβαίως υπήρξαν ξένες επεμβάσεις, γεωπολιτικά συμφέροντα και στρατηγικοί σχεδιασμοί. Όμως οι εξωτερικοί παράγοντες βρίσκουν πάντοτε χώρο να δράσουν όταν οι εσωτερικές άμυνες μιας κοινωνίας έχουν αποδυναμωθεί.
Το πραξικόπημα και η τουρκική εισβολή υπήρξαν η κορύφωση μιας πορείας λαθών. Οι συνέπειες είναι γνωστές: νεκροί, αγνοούμενοι, πρόσφυγες, κατεχόμενα εδάφη, μια διαιρεμένη πατρίδα και δύο κοινότητες που εξακολουθούν να ζουν χωριστά μισό αιώνα αργότερα.
Αυτό ακριβώς είναι το πρώτο μεγάλο μάθημα που κληρονομήσαμε. Η άγνοια πληρώνεται. Όχι μόνο η άγνοια των γεγονότων, αλλά και η άγνοια των συνεπειών. Πληρώνεται όταν οι κοινωνίες συγχέουν τις επιθυμίες με τις δυνατότητες. Πληρώνεται όταν οι ηγέτες υπόσχονται περισσότερα από όσα μπορούν να πετύχουν. Πληρώνεται όταν οι πολίτες επιλέγουν να ακούσουν μόνο όσα θέλουν να ακούσουν.
Η ευθύνη δεν ανήκει αποκλειστικά στους ηγέτες. Οι ηγέτες επηρεάζουν τις κοινωνίες, αλλά και οι κοινωνίες επιλέγουν τους ηγέτες τους. Η δημοκρατία δεν είναι μόνο δικαίωμα συμμετοχής. Είναι και ευθύνη κρίσης. Κανένα πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να λειτουργήσει σωστά όταν οι πολίτες παραιτούνται από την υποχρέωση να σκέφτονται κριτικά.
Σήμερα, περισσότερο από πενήντα χρόνια μετά την εισβολή, η Κύπρος εξακολουθεί να αναζητεί διέξοδο. Η στασιμότητα παρουσιάζεται συχνά ως φυσική κατάσταση. Δεν είναι. Είναι αποτέλεσμα επιλογών. Και η πρώτη προϋπόθεση για να αλλάξει, είναι η κατανόηση τού πώς φτάσαμε έως εδώ. Το ζητούμενο δεν είναι να μοιράσουμε νέες κατηγορίες. Ούτε να αναζητήσουμε ιστορική καθαρότητα σε μια περίοδο όπου όλοι υπέπεσαν σε λάθη. Το ζητούμενο είναι να μάθουμε. Διότι η Ιστορία έχει αξία μόνο όταν λειτουργεί ως δάσκαλος. Διαφορετικά μετατρέπεται σε αποθήκη αναμνήσεων, μνησικακίας και αμοιβαίων κατηγοριών. Οι κοινωνίες που προοδεύουν δεν είναι εκείνες που δεν κάνουν λάθη. Είναι εκείνες που τα αναγνωρίζουν. Που τολμούν να εξετάσουν τις δικές τους αυταπάτες με την ίδια αυστηρότητα που εξετάζουν τα λάθη των άλλων. Που κατανοούν ότι η αυτοκριτική δεν αποτελεί αδυναμία, αλλά προϋπόθεση ωριμότητας.
Η Κύπρος χρειάζεται σήμερα αυτή την ωριμότητα περισσότερο από ποτέ. Όχι για να ξαναγράψει την Ιστορία της, αλλά για να την κατανοήσει. Όχι για να αναζητήσει νέους ενόχους, αλλά για να αναζητήσει νέα διδάγματα. Διότι οι κοινωνίες που δεν μαθαίνουν από το παρελθόν τους κινδυνεύουν να το παραδώσουν αυτούσιο στο μέλλον. Και αυτό είναι το βαρύτερο χρέος απέναντι στα παιδιά τους. Στο επόμενο κείμενο της Τριλογίας ο καθρέφτης θα στραφεί στο παρόν. Όχι σε όσα κληρονομήσαμε, αλλά σε όσα εξακολουθούμε να ανεχόμαστε.
Σημείωση περί εθνικισμού: Στις μεγάλες ευρωπαϊκές ομάδες οι μισοί ποδοσφαιριστές είναι αφρικανικής καταγωγής. Είναι για τούτο που δεν σχολιάζεται ο Γρίβας.







