ΓΡΑΦΕΙ: ΝΙΚΟΣ ΜΕΣΑΡΙΤΗΣ
Ο εθνικισμός χαρακτηρίζεται ως «δηλητήριο» διότι διαιρεί τους ανθρώπους, καλλιεργεί τη μισαλλοδοξία και οδηγεί σε πολέμους. Παρόμοιες, όμως, θέσεις προβάλλουν συχνά πολιτικοί αναλυτές και αρθρογράφοι, εμφανιζόμενοι πέραν από ειδικοί και γνώστες. Κουβαλούν τίτλους, για παράδειγμα δόκτωρ, για να εντυπωσιάζουν ως αυθεντίες. Η Ιστορία έχει καταγράψει το φαινόμενο στο εξέχον παράδειγμα του εθνικιστή υπουργού Προπαγάνδας των Ναζί, Γιόζεφ Γκέμπελς. Η προπαγάνδα του έπεισε τους Γερμανούς ότι για όλα τα κακά έφταιγαν οι Εβραίοι.
Ο εθνικισμός δεν αρχίζει να πολεμά με μίσος. Αρχίζει πολύ νωρίτερα. Αρχίζει τη στιγμή που εκθεμελιώνει την αλήθεια από τον δημόσιο λόγο και την αντικαθιστά δημιουργώντας υποψία, χρησιμοποιώντας τον υπαινιγμό. Εκεί βρίσκεται το πραγματικό του δηλητήριο. Όχι στη δύναμη των επιχειρημάτων του, που έτσι κι αλλιώς είναι πύργοι στην άμμο, αλλά στο να μετατρέπει την τεκμηρίωση σε δίκη προθέσεων. Γιατί η αλήθεια είναι ο αντίπαλος που δεν μπορεί να κερδίσει.
Οι δημοκρατίες στηρίζονται σε μιαν απλή αλλά απαιτητική αρχή: οι ιδέες αντιπαρατίθενται με ιδέες και τα επιχειρήματα με επιχειρήματα. Όταν αυτή η αρχή εγκαταλείπεται, αρχίζει η στρέβλωση του δημόσιου διαλόγου. Η συζήτηση μεταφέρεται από το περιεχόμενο στους ανθρώπους. Δεν εξετάζεται τι λέγεται, αλλά ποιος το λέει. Δεν αναζητούνται αποδείξεις, αλλά διασυνδέσεις. Δεν αξιολογούνται τα γεγονότα, αλλά κατασκευάζονται υποψίες.
Αυτό τον μηχανισμό τον συναντούμε σε ολοκληρωτικά καθεστώτα, σε περιόδους πολιτικού φανατισμού αλλά και σε δημοκρατικές κοινωνίες που σιωπούν. Ο στόχος είναι πάντοτε ο ίδιος: να απαξιωθεί ο συνομιλητής πριν ακόμη ακουστεί το επιχείρημά του, αμφισβητείται ο άνθρωπος που τη διατυπώνει. Αναζητούνται «κέντρα», «χρηματοδότες», «σκοτεινές διασυνδέσεις». Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί τίποτε. Αρκεί να γεννηθεί η υποψία. Από εκεί και πέρα, η λάσπη ρίχνεται σε πολλαπλές επιστρώσεις.
Η πιο επικίνδυνη μορφή προπαγάνδας δεν είναι πάντοτε το κατάφωρο ψέμα. Πολύ πιο αποτελεσματική είναι η μισή αλήθεια: η επιλεκτική χρήση πραγματικών στοιχείων, η αποσιώπηση όσων δεν εξυπηρετούν και η σύνδεσή τους με τρόπο που οδηγεί τον αναγνώστη σε βεβαιότητα ενόχων. Έτσι δημιουργείται μια εικόνα, χωρίς να είναι αληθινή στο σύνολό της. Όμως δεν αποφεύγουν το καθαρό ψέμα, και το κάνουν συχνά, διανθίζοντάς το με αληθοφάνεια.
Η Κύπρος έχει γνωρίσει πολλές φορές αυτή τη μέθοδο. Όχι μόνο σήμερα, που βγήκαν οι οχιές από τις πέτρες, αφού έπρεπε να αποδομηθεί η παρουσία του ΓΓ του ΟΗΕ. Στο δημοψήφισμα του 2004, αντί να διεξαχθεί ένας ουσιαστικός διάλογος για το περιεχόμενο του Σχεδίου Ανάν, μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης μεταφέρθηκε αλλού. Άνθρωποι που υποστήριξαν το «ΝΑΙ» χαρακτηρίστηκαν ως όργανα ξένων συμφερόντων, ως χρηματοδοτούμενοι από ξένα κέντρα. Η ουσία των επιχειρημάτων τους πέρασε σε τρίτη μοίρα. Έτσι και τώρα, με την επίσκεψη του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, γραφίδες του εθνικισμού έγιναν εργοστάσια λάσπης. Την εμφάνισή τους έκαμαν δημοσιεύματα της μισής αλήθειας, για «χρηματοδοτήσεις» που δεν τεκμηριώνονται. Αξίζει προσοχή στην εσκεμμένη διατύπωση, αποφεύγει τον λίβελο και προσφεύγει στη δημιουργία επιβεβαιωμένης υποψίας, ακριβώς όπως στο δημοψήφισμα. Ήταν τότε που ο πρώην Πρόεδρος, Παπαδόπουλος, αποκάλεσε όσους ψήφισαν «ΝΑΙ», Νενέκους. Αλίμονο, δεν ήταν επίθετο, ήταν από το όνομα του οπλαρχηγού Νενέκου, που συνεργάστηκε με τον Ιμπραήμ και τους Τούρκους.
Η ίδια λογική εμφανίζει τη διαφορετική άποψη ως ένδειξη μειωμένης πατριωτικής συνείδησης. Τότε, αντί σε διάλογο να συζητηθεί το πραγματικό συμφέρον της πατρίδας, δημιουργείται πεδίο ηθικής εξόντωσης. Χωρίζουν την κοινωνία σε «γνήσιους» και «μειοδότες», σε «πατριώτες» και «προδότες».
Αυτή είναι η μεγαλύτερη επιτυχία της προπαγάνδας. Δεν πείθει απαραίτητα ότι έχει δίκιο. Πείθει ότι δεν αξίζει να ακούσουμε τον άλλον. Και όταν μια κοινωνία πάψει να ακούει, παύει και να σκέφτεται ελεύθερα.
Ο εθνικισμός δεν φοβάται τη διαφορετική άποψη. Φοβάται τον τεκμηριωμένο λόγο. Γιατί εκεί οι μύθοι δοκιμάζονται απέναντι στα γεγονότα. Και όταν τα γεγονότα γίνουν το μέτρο της συζήτησης, η προπαγάνδα χάνει τη δύναμή της.
Η δημοκρατία δεν απαιτεί ομοφωνία. Δεν απαιτεί να συμφωνούμε όλοι. Απαιτεί, όμως, να αποδεχόμαστε ότι κανείς δεν έχει δικαίωμα να αντικαθιστά την απόδειξη με τον υπαινιγμό και την τεκμηρίωση με τη λάσπη. Η αλήθεια δεν ανήκει ούτε στους εθνικιστές ούτε στους αντιπάλους τους. Ανήκει στα γεγονότα και στα τεκμήρια.
Γι' αυτό, ο μεγαλύτερος πατριωτισμός δεν είναι να υπερασπίζεται κανείς τους μύθους του. Είναι να έχει το θάρρος να αντικρίζει την Ιστορία όπως πραγματικά υπήρξε. Οι κοινωνίες δεν γίνονται ισχυρές όταν κρύβουν την αλήθεια. Γίνονται ισχυρές όταν έχουν την ωριμότητα να την αντιμετωπίζουν, ακόμη και όταν είναι επώδυνη.
Γιατί, τελικά, το πρώτο θύμα του εθνικισμού είναι η ίδια η αλήθεια.






