Σε όλες τις Δημοκρατίες, ο σχηματισμός και ανασχηματισμός κυβερνήσεων γίνεται στη βάση μίας αρχής. Να επιλεγούν οι καλύτεροι και ικανότεροι –κατά την κρίση πάντοτε του αρχηγού της κάθε κυβέρνησης– για να υλοποιήσουν το πρόγραμμα, τις πολιτικές και τις προεκλογικές του υποσχέσεις, έναντι των πολιτών. Όταν δε ο εκάστοτε ηγέτης διαπιστώνει ότι το παραγόμενο έργο δεν είναι το αναμενόμενο και προσδοκώμενο, εκείνο που κάνει είναι να προχωρά στις αναγκαίες αλλαγές για να βελτιώσει την απόδοση της κυβέρνησής του, ούτως ώστε να καλύψει το χαμένο έδαφος στο συντομότερο δυνατό διάστημα.
Στην Κύπρο, από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε την Προεδρία, ο Νίκος Χριστοδουλίδης έδειξε ότι έχει μία εντελώς διαφορετική αντίληψη για τον ρόλο και προορισμό μιας κυβέρνησης αλλά και για το συνταγματικό του δικαίωμα για ανασχηματισμούς. Αντί να τα αξιοποιεί για βελτίωση του κυβερνητικού έργου και διόρθωση καταστάσεων, θεωρεί ότι αυτά είναι «εργαλεία» και «ευκαιρίες» για προώθηση προσωπικών του στοχεύσεων και μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων.
Στον σχηματισμό της πρώτης του κυβέρνησης και, παρά τις προεκλογικές του δεσμεύσεις για μία κυβέρνηση με πρόσωπα εγνωσμένου κύρους και τεχνοκρατικών ικανοτήτων, «ξόδεψε» το συνταγματικό του προνόμιο για να βολέψει ημέτερους και να επιβραβεύσει πρόσωπα που στήριξαν την υποψηφιότητά του.
Όταν το κυβερνητικό του σχήμα άρχισε να εμφανίζει αδυναμίες και αστοχίες, θεώρησε ότι θα έβρισκε «σωσίβιο» από στελέχη κομμάτων που στήριξαν την εκλογή του, αθετώντας άλλη μία προεκλογική του δέσμευση, ότι δεν θα συμπεριλάμβανε κομματικά στελέχη στην κυβέρνησή του και δεν θα έμπαινε ποτέ σε παζάρια με τα κόμματα για το ποιους θα τοποθετούσε σε υπουργικές θέσεις. Το αποτέλεσμα περίπου το ίδιο. Τα μεγάλα προβλήματα του τόπου να παραμένουν άλυτα και οι πολίτες να βλέπουν την καθημερινότητά τους όχι μόνο να μην καλυτερεύει αλλά να χειροτερεύει.
Στην πρόσφατη και τρίτη απόπειρά του να σχηματίσει κυβέρνηση, ο Πρόεδρος έχασε κάθε ίχνος πολιτικής αξιοπιστίας. «Έστησε» μία κυβέρνηση όχι για να καλύψει έστω και στο τελευταίο 18μηνο της θητείας του το χαμένο έδαφος, όχι για να ασχοληθεί με σοβαρότητα και προσήλωση με τα τεράστια προβλήματα του τόπου και των πολιτών αλλά αποκλειστικά και μόνο για να τον βοηθήσει να επανεκλεγεί το 2028.
Μοιράζοντας υπουργεία σε κόμματα, κομματίδια και αποστάτες άλλων κομμάτων, θεωρεί ότι θα διασφαλίσει, μέσα από ανταλλάγματα και αλισβερίσια, την παραμονή του στην εξουσία. Κοντόφθαλμη όμως η προσέγγισή του. Γιατί εκείνο που στην ουσία πετυχαίνει είναι να χάσει κάθε ίχνος ανεξαρτησίας του και να υποθηκεύσει το πολιτικό του μέλλον σε καιροσκόπους και καταστάσεις που δεν είναι βέβαιο καν αν θα του σταθούν την ώρα της κρίσης.






