Στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Πέρα από τα στερεότυπα», ο καθηγητής Παναγιώτης Ιωακειμίδης επιχειρεί με επιτυχία να αναδείξει την ανάγκη διαμόρφωσης μιας νέας προοδευτικής πολιτικής. Ιδιαίτερα τώρα, που οι ανατροπές στο νέο παγκόσμιο σκηνικό των διαρκών κρίσεων διασαλεύουν τα θεμέλια του μεταπολεμικού κόσμου.
Ο συγγραφέας βρισκόταν από διάφορα καίρια πόστα στην καρδιά όλων των επιτυχιών της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής – μεταξύ των οποίων και στην ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε., ως στενός συνεργάτης του Γιάννου Κρανιδιώτη και του Κώστα Σημίτη. Επομένως, γνωρίζει πολύ καλά από πρώτο χέρι – όχι μόνο ως καταξιωμένος ακαδημαϊκός – τα χαρακτηριστικά, τα διακυβεύματα, και τις ανάγκες που γεννά η νέα συνθήκη.
Τόσο σε αυτό το βιβλίο, όσο και στο προηγούμενό του («Ελλάδα: Ορίζοντας 2030»), ο Π. Ιωακειμίδης επισημαίνει πολλές παγιδεύσεις που προκαλεί ο παραδοσιακός στερεοτυπικός και συνθηματικός λόγος, μέσα από τις αντιφάσεις του.
Ένα από τα πολλά παραδείγματα: Ο στερεοτυπικός «εθνικός» λόγος επικεντρώνεται καθημερινά και με ένταση στις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου από την Τουρκία, και ορκίζεται πίστη και προσήλωση στις αρχές του. Αλλά την ίδια ακριβώς στιγμή δηλώνει με κάθε κυνισμό ότι «η Ελλάδα δεν πρέπει να δεχθεί προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, γιατί το διεθνές δίκαιο θα δικαιώσει την Άγκυρα»!
Το κέλυφος
Ο «εθνικός πατριωτικός» πολιτικός λόγος δεν είναι πια μόνο το καταφύγιο του κάθε απατεώνα. Είναι κάτι περισσότερο: Είναι πια ένα πολύτιμο συστατικό ενός ευρύτερου δημόσιου λόγου, ο οποίος επικεντρώνεται στο πρόσχημα για να καθηλώσει την ουσία. Έχει καταλάβει όλο τον ζωτικό χώρο της δημόσιας ζωής και λειτουργεί συντηρητικά και ανασχετικά.
Η «ουσία και η δύναμη» του προσχηματικού λόγου είναι ότι επικαθορίζει το σύνολο της δημόσιας ζωής. Σε όλους τους τομείς, εσωτερικούς και εξωτερικούς. Λειτουργεί ως το τέλειο υποκατάστατο της ουσίας, η περίφραξη της άρνησής της. Πρόκειται για μια πεισματική εμμονή σε έναν κόσμο αναπαραγωγής και διόγκωσης των προβλημάτων. Και κυρίως αποτροπής κάθε εναλλακτικής σκέψης που θα επιδίωκε την αντιμετώπισή τους κατάματα και την επίλυσή τους.
Αυτός ο προσχηματικός λόγος φτάνει σήμερα στην πατρίδα μας στο απόγειο της δύναμής του:
1. Δεν λυγίζει από τις προφανείς ενοχές του: Οι πολιτικές ευθύνες, για όλα – από τα βιντεογκέιτ μέχρι τις πυρκαγιές, από το σκάνδαλο «Σάντη» μέχρι το σκάνδαλο «Γενική Εισαγγελία» – , συγκαλύπτονται πολύ εύκολα, κάτω από τη φράση «διεξάγεται έρευνα». Πλέον, είναι το πιο εύκολο πράγμα να μείνει ατιμώρητο ένα έγκλημα που αποκαλύπτεται.
2. Αντιστέκεται στη γνώση, στη λογική, και στη μνήμη: Το Παρακράτος, το Εθνικό Συμβούλιο, το πολιτικό γραφείο του ΔΗΣΥ, κάλλιστα επιβιώνουν στην παρουσία του Ν. Αναστασιάδη. Χωρίς αμυχές, χωρίς καν αντιασφυξιογόνες μάσκες. Γενικά, το να γνωρίζει η κοινωνία για μια κατάσταση, το να υπαγορεύει η λογική ότι κάτι πρέπει να γίνει ή κάτι δεν πρέπει να γίνεται, είναι τα πιο επουσιώδη πράγματα για τον προσχηματικό λόγο.
3. Είναι ανεξάντλητα κυνικός και επιφανειακός: Δεν αισθάνεται καμιάν ανάγκη να αναζητήσει ουσιαστικές διαφοροποιήσεις, να υποβάλει σοβαρές προτάσεις, και να δώσει απαντήσεις σε καίρια ζητήματα. Απαντά κυνικά, χωρίς να συναντά αντιρρήσεις, ακόμη και σε καίρια ερωτήματα: «Γιατί Αννίτα αντί Χριστοδουλίδης; Επειδή είναι δική μας.». «Γιατί Μαυρογιάννης αντί Χριστοδουλίδης; Επειδή είναι δικός μας». «Γιατί Χριστοδουλίδης αντί Ττοουλής; Επειδή μας διόρισε».
4. Έχει κατοχυρώσει το δικαίωμα στην αντίφαση: Είναι αντιφατικός, αναποτελεσματικός και αδιέξοδος σε όλα, αλλά γίνεται σιωπηλά αποδεκτός: Δηλώνει ο Ν. Χριστοδουλίδης «πρόεδρος όλων των Κυπρίων», και ταυτόχρονα «στόχος μου είναι μια κεντροδεξιά κυβέρνηση», και δεν αντιδρά στην αντίφαση κανένας. Λέει «θέλω διαπραγματεύσεις για λύση» και κάνει κάθε μέρα τα πάντα για να μη μετακινηθεί έστω μια νάρκη· και θεωρείται φυσιολογικό!
5. Διαβρώνει την γκρίζα ζώνη: Μέσα από τις παραπειστικές διαδρομές του, δίνει κάθε πρόσχημα σε όσους Θέλουν να πειστούν ότι «έτσι πρέπει, αυτό είναι το σωστό». Να αγνοήσουν τον ορθολογισμό, τη μνήμη και τη γνώση, και να ταυτιστούν μαζί του. Η επικράτησή της προσχηματικής πολιτικής τη μετατρέπει σε «έτσι πρέπει να είναι».
Παράλληλα σύμπαντα
Κάπως έτσι η ουσία και ο προσχηματικός λόγος κινούνται εν τέλει σε δύο παράλληλα σύμπαντα στην Κύπρο. Η ουσία ρωτά: «Έχω ένα ζήτημα. Πώς το λύνω;». Ο προσχηματικός λόγος δεν ρωτά, για να μην υποχρεωθεί να απαντήσει. Απλώς «γνωρίζει». Πώς; Πολύ απλά:
• «Το πρόβλημα δεν είναι η διαπλοκή και η διαφθορά, είναι η αμφισβήτηση των θεσμών. Άρα δεν πρέπει να αμφισβητούμε».
• «Το πρόβλημα είναι ότι κυβερνούν αυτοί και διορίζουν τους δικούς τους, και όχι εμείς για να διορίζουμε τους δικούς μας».
• «Το πρόβλημα είναι η τουρκική αδιαλλαξία. Τελεία».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, κανένα απολύτως πρόβλημα δεν λύνεται. Για την ακρίβεια, όλα τα προβλήματα γίνονται όλο και πιο πολύπλοκα και δυσεπίλυτα. Η διαπλοκή γίνεται βασιλεύουσα, ο κυνισμός γίνεται κανόνας, το κράτος δικαίου και η κοινωνική συνοχή γίνονται ανέκδοτο, η λύση του κυπριακού άπιαστο όνειρο. Και η πολιτική γίνεται απλώς ένα ποδοσφαιρικό ντέρμπι.
Επιπλέον, η αναζήτηση εναλλακτικών πολιτικών που να δίνουν διέξοδο και να επιλύουν ένα πρόβλημα είναι εκτός παιγνιδιού. Για την ακρίβεια, όχι μόνο δεν βρίσκονται στο επίκεντρο του πολιτικού διαλόγου αλλά σπρώχνονται όλο και περισσότερο στην περιφέρειά του.
Τείνουν μάλιστα να δαιμονοποιούνται. Για παράδειγμα, η πολιτική των διασυνδέσεων που έβαλε την Κύπρο στην ΕΕ σήμερα τείνει να θεωρείται απαράδεκτη. Ο Γιάννος Κρανιδιώτης, μέσω της σοβαρής διπλωματίας και όχι της πολιτικής των δηλώσεων, είπε «παίρνω ένταξη, δίνω ενταξιακές διαπραγματεύσεις στην Τουρκία». Και πέτυχε την ένταξη. Σήμερα το «παίρνω λύση ομοσπονδίας, δίνω συνομιλίες για αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης της Τουρκίας» τείνει να αντιμετωπίζεται ως «απαράδεκτη συναλλαγή».
Χωρίς εξηγήσεις
Παρά τις για δεκαετίες αποτυχίες της προσχηματικής πολιτικής σε Κύπρο και Ελλάδα, οι ταγοί της δεν αισθάνονται την υποχρέωση για εξηγήσεις. Η στατικότητα είναι αρκετή «επιτυχία» – παρόλο που γνωρίζουμε όλοι ότι και στα ελληνοτουρκικά και στο κυπριακό συνιστά στην πραγματικότητα σοβαρή οπισθοδρόμηση, χρόνο με τον χρόνο.
Αντίθετα, όσοι εισηγήθηκαν και εφάρμοσαν ουσιαστικές πολιτικές, παρόλο που ήταν προφανώς επιτυχείς, λοιδορήθηκαν και χρειαζόταν να δίνουν εξηγήσεις για χρόνια:
• Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής απομάκρυνε τον κίνδυνο πολέμου με την Τουρκία και έβαλε την Ελλάδα στην ΕΟΚ, σε χρόνο ρεκόρ.
• Ο Γιάννος Κρανιδιώτης εξομάλυνε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και έβαλε την Κύπρο στην ΕΕ.
• Ο Κώστας Σημίτης έβαλε την Ελλάδα στο κέντρο της ευρωπαϊκής διπλωματίας, υλοποίησε την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, και πέτυχε συμφωνία για οδικό χάρτη για ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα (που ανέτρεψε μετά ο ανηψιός Καραμανλής).
Και οι τρεις πέρασαν τα πάνδεινα σε κριτική και ανάγκη να «δίνουν εξηγήσεις» για τις επιτυχίες τους στους φορείς της αδιέξοδης και καταστροφικής προσχηματικής πολιτικής.
Τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα. Η εναλλακτική ουσιαστική πολιτική σήμερα δεν είναι καν στον πολιτικό χάρτη! Κι αν στην Ελλάδα κατά καιρούς κάτι πάει να ψιθυριστεί, στην Κύπρο δεν βρίσκεται καν στο τραπέζι. Σε ενάμιση χρόνο έχουμε προεδρικές. Ποιος από τους φερόμενους ως επικρατέστερους υποψηφίους είναι φορέας ουσιαστικής και όχι προσχηματικής πολιτικής;
Το Καλάθι
• …με τις δηλώσεις προθέσεων (1): Μια διάσταση του ανασχηματισμού που κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, είναι η ομιλία του Προέδρου κατά την ορκωμοσία. Όπου βασικό κριτήριο εκτίμησής του προς τους απερχομένους δεν ήταν η αποδοτικότητα και το έργο τους, αλλά το πόσο πιστοί τού είναι προσωπικά. Π.χ. ότι «θα έτρωγαν και σφαίρα για χάρη του». Και μετά υπάρχουν αφελείς που πιστεύουν ότι αυτός ο άνθρωπος ξέρει – ή μπορεί να ξέρει – τι είναι κράτος δικαίου, χρηστή διοίκηση, επιλογή των καταλληλοτέρων…
• …με τις δηλώσεις προθέσεων (2): Ο Α. Μαυρογιάννης έχει κάθε δικαίωμα να δηλώνει πως ενδιαφέρεται να είναι υποψήφιος του ΑΚΕΛ και στις επερχόμενες προεδρικές εκλογές. Και δεν πέφτει σε κανένα λόγος αν θα τον επιλέξει ή όχι το ΑΚΕΛ. Μόνο στα μέλη και στελέχη του. Δεν θα έπρεπε όμως αυτό να συνοδεύεται και από κάποιες τοποθετήσεις για το τι διαφορετικό θέλει να φέρει; Όχι μόνο στο Κυπριακό, αλλά και σε όλα τα άλλα ζητήματα. Δεν είναι μόνο θέμα προεκλογικού προγράμματος. Ένα στίγμα πρέπει να δίνεται στην κοινωνία. Αν όχι τα προηγούμενα τριάμισι χρόνια, έστω και τώρα.
• … με τις δηλώσεις προθέσεων (3): Από Σεπτέμβριο αρχίζουν οι κομματικές «κούρσες» επιλογής υποψηφίων για τις εκλογές. Την ώρα που: (α) Θα κορυφώνεται η προσπάθεια Γκουτέρες, αλλά το Κυπριακό δεν είναι βασικό κριτήριο επιλογής κανενός επίδοξου υποψηφίου. (β) Η βασική τάση που διαμορφώνεται είναι όλοι οι βασικοί υποψήφιοι να ανήκουν στον χώρο της κεντροδεξιάς, και κυρίως να μοιάζουν όσο γίνεται περισσότερο ο ένας στον άλλο. (γ) Για τους περισσότερους επίδοξους το στοίχημα είναι να απευθύνονται και στο ακροατήριο της εθνικιστικής ακροδεξιάς. Και μετά «το δίλημμα θα είναι στον πολίτη»…






