Η κυβέρνηση Χριστοδουλίδη, σε κάθε ευκαιρία, δηλώνει ότι στηρίζει τη μεσαία τάξη. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι ποιο κομμάτι της στηρίζει περισσότερο. Πίσω από το 64,6% που στατιστικά αποκαλείται «μεσαία τάξη» κρύβονται πολύ διαφορετικές οικονομικές πραγματικότητες. Άλλος καθυστερεί το ενοίκιο και άλλος έχει οικογενειακό εισόδημα €100.000.
Η «μεσαία τάξη» έχει εξελιχθεί ίσως στον πιο βολικό όρο της πολιτικής συζήτησης. Όλοι θέλουν να τη στηρίξουν, σχεδόν όλοι δηλώνουν ότι ανήκουν σε αυτήν και, όταν ανακοινώνονται φοροελαφρύνσεις ή νέα επιδόματα, η διεύρυνσή τους προς τη μεσαία τάξη παρουσιάζεται σχεδόν αυτονόητα ως πράξη κοινωνικής δικαιοσύνης.
Η μεσαία τάξη δεν είναι μία. Η Στατιστική Υπηρεσία κατατάσσει σε αυτήν το 64,6% του πληθυσμού, περίπου 620.000 ανθρώπους. Το ποσοστό είναι εντυπωσιακό αλλά μπορεί να γίνει και παραπλανητικό εάν αντιμετωπιστεί ως ένα ομοιογενές κοινωνικό Σώμα. Η ίδια η Στατιστική Υπηρεσία χωρίζει τη μεσαία εισοδηματική τάξη σε τρία κομμάτια: 22,2% του πληθυσμού βρίσκεται στην κατώτερη μεσαία, 30,7% στη μέση μεσαία και μόλις 11,7% στην ανώτερη μεσαία. Με άλλα λόγια, το 52,9% ολόκληρου του πληθυσμού, ή σχεδόν το 82% όσων αποκαλούνται στατιστικά «μεσαία τάξη», βρίσκεται στις δύο χαμηλότερες βαθμίδες της. Κάπου εδώ η συζήτηση για την κυβερνητική πολιτική αποκτά διαφορετική διάσταση.
Μεσαίος δεν σημαίνει άνετος
Το 2024 η κατώτερη μεσαία τάξη είχε διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα μόλις €17.800, ενώ στη μέση μεσαία τάξη το αντίστοιχο ποσό ήταν €24.975. Η ανώτερη μεσαία ανέβαινε στις €34.961. Πρόκειται βεβαίως για ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα και όχι για το συνολικό ακαθάριστο εισόδημα μιας οικογένειας.
Η διάκριση έχει σημασία. Ένα ζευγάρι με δύο μικρά παιδιά και καθαρό οικογενειακό εισόδημα €30.000 δεν βρίσκεται, με τη συγκεκριμένη μεθοδολογία, καν στη μεσαία τάξη. Το εισόδημά του αντιστοιχεί σε περίπου €14.300 ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος και το κατατάσσει χαμηλότερα. Το σημαντικότερο, όμως, δεν είναι η στατιστική ορολογία. Είναι η πραγματική ζωή.
Το 17,7% της κατώτερης μεσαίας τάξης ζούσε το 2024 σε νοικοκυριά που είχαν καθυστερήσει την πληρωμή στεγαστικού δανείου ή ενοικίου. Στη μέση μεσαία τάξη το ποσοστό πέφτει στο 6% και στην ανώτερη μεσαία στο 3,5%. Για το σύνολο της μεσαίας τάξης είναι 9,9%.
Οι αριθμοί αποκαλύπτουν ουσιαστικά τρεις διαφορετικές «μεσαίες τάξεις». Εκείνον που μετρά τις ημέρες μέχρι τον επόμενο μισθό, εκείνον που τα βγάζει πέρα αλλά αισθάνεται διαρκώς την πίεση της ακρίβειας και εκείνον που διαθέτει σαφώς μεγαλύτερα περιθώρια αποταμίευσης, ιδιοκτησίας και επένδυσης.
Επομένως, το ερώτημα δεν είναι πλέον εάν ο Νίκος Χριστοδουλίδης στηρίζει τη μεσαία τάξη, η οποία -όπως λέει- αποτελεί βασικό στόχο της κυβέρνησής του. Το ερώτημα είναι ποια μεσαία τάξη ωφελείται περισσότερο από τον τρόπο με τον οποίον επιλέγει να μοιράσει την πίτα.
Από τα €5 τον μήνα
Το νέο Επίδομα Τέκνου προσφέρει ίσως την καθαρότερη εικόνα αυτής της αντίφασης. Για μια οικογένεια με ένα παιδί και εισόδημα κάτω των €22.000, η αύξηση του επιδόματος μεταφράζεται περίπου σε €60 τον χρόνο, δηλαδή €5 τον μήνα. Ταυτόχρονα, όμως, η μεγάλη μεταρρύθμιση βρίσκεται στη διεύρυνση των δικαιούχων προς πολύ υψηλότερα εισοδήματα. Για τρία παιδιά το ανώτατο οικογενειακό εισόδημα φθάνει πλέον τις €90.000, για τέσσερα τις €100.000, ενώ στις οικογένειες με πέντε ή περισσότερα παιδιά δεν εφαρμόζεται εισοδηματικό όριο. Ο ίδιος ο Πρόεδρος συνέδεσε ρητά την αλλαγή με την ικανοποίηση του αιτήματος για στήριξη της μεσαίας τάξης.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι μια οικογένεια των €80.000 ή €100.000 δεν δικαιούται καμία βοήθεια. Μια πολύτεκνη οικογένεια μπορεί να αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές υποχρεώσεις ακόμη και με τέτοιο εισόδημα. Η πολιτική επιλογή βρίσκεται αλλού: σε ποιο σημείο της κλίμακας διοχετεύεται η πρόσθετη στήριξη.
Όταν για μια οικογένεια των €20.000 η πρόσθετη βοήθεια είναι €5 τον μήνα, ενώ ταυτόχρονα δαπανώνται κρατικοί πόροι για να ενταχθούν στο σύστημα οικογένειες πολλαπλάσιου εισοδήματος, η κυβέρνηση ουσιαστικά επιλέγει μεγαλύτερη οριζόντια διασπορά της βοήθειας αντί πολύ ισχυρότερης αναδιανομής προς τα κάτω.
Οι φοροελαφρύνσεις
Ακόμη καθαρότερα φαίνεται αυτή η φιλοσοφία στη φορολογική μεταρρύθμιση. Το αφορολόγητο έχει ανέβει στις €22.000. Παράλληλα όμως θεσπίστηκαν γενναίες οικογενειακές φορολογικές εκπτώσεις, με αποτέλεσμα οικογένειες με ένα ή δύο παιδιά να μπορούν να τις αξιοποιήσουν με οικογενειακό εισόδημα μέχρι €100.000, με τρία ή τέσσερα παιδιά μέχρι €150.000 και με πέντε ή περισσότερα μέχρι €200.000. Αυτό δημιουργεί μια θεμελιώδη ανισότητα στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το όφελος.
Ο εργαζόμενος που βρίσκεται κάτω από το αφορολόγητο δεν έχει φόρο από τον οποίο να αφαιρέσει μια φορολογική έκπτωση. Η φορολογική ελάφρυνση αποκτά πραγματική χρηματική αξία όσο αυξάνεται το φορολογητέο εισόδημα.
Ανάλογη είναι η εικόνα στις πράσινες δαπάνες και στη στέγαση. Προβλέπονται φορολογικές εκπτώσεις για τόκους στεγαστικού ή ενοίκιο και μέχρι €1.000 ανά σύζυγο για ενεργειακές αναβαθμίσεις, φωτοβολταϊκά και ηλεκτρικό όχημα, με τα ίδια υψηλά εισοδηματικά όρια. Ο άνθρωπος όμως που νοικιάζει, δεν διαθέτει κεφάλαιο για επένδυση και έχει μηδενική φορολογική υποχρέωση δεν μπορεί να αξιοποιήσει τα εργαλεία με τον ίδιο τρόπο. Σε αρκετές κρατικές πολιτικές, επομένως, ισχύει ένα παράδοξο: για να πάρεις περισσότερα πρέπει πρώτα να έχεις περισσότερα.
Η προστατευμένη μεσαία τάξη
Στη συζήτηση μπαίνει αναπόφευκτα και το Δημόσιο. Η κυβέρνηση παραχώρησε γενική μισθολογική αύξηση 1,5% στους δημόσιους υπαλλήλους, ενώ λειτουργούν παράλληλα η ΑΤΑ, οι ετήσιες προσαυξήσεις και ένα μισθολογικό σύστημα με πολύ μεγαλύτερη προβλεψιμότητα από εκείνο του ιδιωτικού τομέα.
Το ΔΝΤ υπολόγισε, στη βάση των στοιχείων που εξέτασε, ότι η αμοιβή στον κυπριακό δημόσιο τομέα είναι περίπου 27% υψηλότερη από εκείνη συγκρίσιμων εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, ακόμη και αφού ληφθούν υπόψη η εκπαίδευση και άλλα χαρακτηριστικά. Πρόκειται για ένα από τα υψηλότερα premiums μεταξύ ευρωπαϊκών και προηγμένων οικονομιών.
Και εδώ δεν τίθεται ζήτημα στοχοποίησης των δημοσίων υπαλλήλων. Το ερώτημα είναι γιατί το κράτος μπορεί να εγγυάται οριζόντιες αυξήσεις σε μια σχετικά προστατευμένη και καλύτερα αμειβόμενη ομάδα εργαζομένων, ενώ για τα χαμηλότερα στρώματα της κοινωνίας οι αυξήσεις κοινωνικών παροχών συχνά μετρώνται σε λίγα ευρώ.
Η «μεσαία τάξη» που δεν ακούγεται
Υπάρχει τελικά μια κοινωνική ομάδα που κινδυνεύει να χαθεί ανάμεσα στους δύο κόσμους. Δεν είναι αρκετά φτωχή ώστε να αποτελεί πάντοτε πρώτη προτεραιότητα της κοινωνικής πρόνοιας. Δεν είναι όμως ούτε αρκετά εύρωστη ώστε να αξιοποιεί με ευκολία φοροαπαλλαγές, φωτοβολταϊκά, ενεργειακές επενδύσεις και άλλα σχέδια που απαιτούν ιδιοκτησία ή διαθέσιμο κεφάλαιο.
Είναι ο χαμηλόμισθος εργαζόμενος, το νεαρό ζευγάρι με στεγαστικό ή υψηλό ενοίκιο, η οικογένεια που στα χαρτιά πέρασε στη «μεσαία τάξη» αλλά στο τέλος του μήνα δεν αισθάνεται καθόλου μεσαία.
Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό πρόβλημα του κυβερνητικού αφηγήματος. Όταν λες ότι στηρίζεις τη «μεσαία τάξη» των 620.000 ανθρώπων, μπορείς να παρουσιάσεις σχεδόν κάθε μέτρο ως κοινωνικό. Όμως η οικογένεια που καθυστερεί το ενοίκιο και η οικογένεια των €100.000 δεν έχουν την ίδια ανάγκη ούτε την ίδια δυνατότητα να αξιοποιήσουν το κράτος.
Η κυβέρνηση Χριστοδουλίδη δεν μπορεί εύκολα να κατηγορηθεί ότι αγνοεί τους χαμηλόμισθους. Έχει αυξήσει μισθούς και παροχές και έχει δημιουργήσει στοχευμένα σχέδια για ευάλωτους. Μπορεί όμως να ερωτηθεί κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: όταν διαθέτει ένα επιπλέον ευρώ, σε ποιον επιλέγει να το δώσει; Στον άνθρωπο που βρίσκεται ήδη ένα βήμα μακριά από την οικονομική ασφυξία ή σε εκείνον που μέχρι σήμερα θεωρούνταν πολύ εύπορος για να λαμβάνει κρατική στήριξη;
Αυτή είναι τελικά η συζήτηση που κρύβεται πίσω από τον εύηχο όρο «στήριξη της μεσαίας τάξης». Όχι αν πρέπει να στηριχθεί η μεσαία τάξη αλλά ποια μεσαία τάξη έχει σήμερα περισσότερο ανάγκη το κράτος και ποια φαίνεται να κερδίζει περισσότερο από αυτό. Ας μην μιλήσουμε για όσους βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας!






