Του Νίκου Μεσαρίτη
Η Λευκωσία βρίσκεται μπροστά σε μια σημαντική συζήτηση: την αναθεώρηση του Τοπικού Σχεδίου. Ο Δήμος ανοίγει τον διάλογο με τους πολίτες και, ανάμεσα στις απόψεις που κατατίθενται, το κυκλοφοριακό καταλαμβάνει κυρίαρχη θέση. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί. Με το άνοιγμα των σχολείων, κάθε πρωί οι βασικές λεωφόροι μετατρέπονται σε γραμμές ακίνητων αυτοκινήτων. Σε ένα βίντεο από πρωινή λεωφόρο, δεν βλέπει κανείς μόνο την κυκλοφοριακή συμφόρηση. Βλέπει πρόσωπα κουρασμένα, βιαστικά, σιωπηλά. Βλέπει ανθρώπους που αρχίζουν την ημέρα τους ήδη εξαντλημένοι.
Το κυκλοφοριακό, όμως, δεν είναι απλώς πρόβλημα μετακίνησης. Είναι πρόβλημα πολεοδομίας. Είναι το αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο οργανώσαμε τις χρήσεις γης, τις κατοικίες, τα σχολεία, τις υπηρεσίες, τις εμπορικές δραστηριότητες και τις καθημερινές μας διαδρομές. Όταν μια πόλη υποχρεώνει χιλιάδες ανθρώπους να χρησιμοποιούν αυτοκίνητο για να κάνουν τις πιο απλές καθημερινές τους ανάγκες, τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στους δρόμους. Βρίσκεται στον σχεδιασμό της πόλης.
Η αναθεώρηση του Τοπικού Σχεδίου είναι, επομένως, μια ευκαιρία να τεθεί το σωστό ερώτημα: όχι πώς θα χωρέσουμε περισσότερα αυτοκίνητα, αλλά πώς θα χρειάζεται ο άνθρωπος λιγότερο το αυτοκίνητο.
Αυτό σημαίνει μικρότερες και ασφαλέστερες διαδρομές, συνεχή και προσβάσιμα πεζοδρόμια, ποδηλατικές υποδομές, αξιόπιστες δημόσιες συγκοινωνίες και κυρίως μια πόλη μικτών χρήσεων, όπου κατοικία, εργασία, σχολείο, εμπόριο και υπηρεσίες δεν βρίσκονται σε διαφορετικούς κόσμους.
Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος, πλέον κρίσιμος παράγοντας: το κλίμα. Η Λευκωσία δεν είναι η πόλη που γνωρίσαμε πριν από μερικές δεκαετίες. Οι περίοδοι έντονης ζέστης γίνονται συχνότερες και η θερμική άνεση των δημόσιων χώρων δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δευτερεύον ζήτημα.
Η παλιά Λευκωσία
Η παλιά Λευκωσία γνώριζε, χωρίς να χρησιμοποιεί τον σημερινό επιστημονικό όρο, πολλά από όσα σήμερα ονομάζουμε βιοκλιματικό σχεδιασμό. Γιασεμιά, αυλές, δέντρα, σκιά, στενά περάσματα, προσανατολισμός των κτηρίων και η αξιοποίηση του δροσερού δυτικού αέρα αποτελούσαν μέρος μιας αρχιτεκτονικής προσαρμοσμένης στο κλίμα. Σήμερα, σε μεγάλο μέρος της πόλης, αυτά τα στοιχεία υποχωρούν μπροστά σε σκληρές επιφάνειες, ελάχιστη σκιά και δημόσιους χώρους που αντιμετωπίζονται περισσότερο ως αντικείμενα σχεδιασμού παρά ως χώροι κατοίκησης.
Η πλατεία Ελευθερίας είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα που αξίζει να συζητηθεί χωρίς προκατάληψη. Το λευκό δάπεδο δεν «ανεβάζει» από μόνο του τη θερμοκρασία — αντίθετα, ανακλά σημαντικό μέρος της ηλιακής ακτινοβολίας. Το κρίσιμο ζήτημα είναι η συνολική θερμική συμπεριφορά του χώρου: η έκθεση στον ήλιο, η απουσία επαρκούς φυσικής σκιάς, οι επιφάνειες που αποθηκεύουν ή ανακλούν θερμότητα και η περιορισμένη παρουσία βλάστησης και νερού. Ένας δημόσιος χώρος μπορεί να είναι εντυπωσιακός ως αρχιτεκτονική σύνθεση και ταυτόχρονα να είναι δυσάρεστος ή ακόμη και απαγορευτικός για τον άνθρωπο τις θερμές ώρες.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της αρχιτεκτονικής. Ο δημόσιος χώρος δεν σχεδιάζεται για να φωτογραφίζεται. Σχεδιάζεται για να κατοικείται. Για να περπατά ο ηλικιωμένος, να περιμένει ο γονιός, να παίζει το παιδί, να συναντιούνται οι άνθρωποι, να κάθεται κάποιος χωρίς να αναζητά απεγνωσμένα σκιά.
Όταν η πόλη γίνεται υπερβολικά ζεστή, θορυβώδης, απρόσιτη και εξαρτημένη από το αυτοκίνητο, ο άνθρωπος αποσύρεται. Κλείνεται στο σπίτι και η δημόσια ζωή αδειάζει. Η κλιματική αλλαγή, επομένως, δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό ζήτημα. Είναι ζήτημα κοινωνικής ζωής και δημοκρατίας. Μια πόλη που δεν μπορεί να φιλοξενήσει τον άνθρωπο στον δημόσιο χώρο της, παύει σταδιακά να είναι πραγματικά δημόσια.
Υπάρχει, ακόμη, η διάσταση της ισότητας. Η πόλη δεν βιώνεται με τον ίδιο τρόπο από όλους. Για έναν νέο που οδηγεί, ένας δρόμος μπορεί να είναι απλώς μια διαδρομή. Για ένα παιδί, έναν ηλικιωμένο ή έναν άνθρωπο με δυσκολία στην κίνηση, το ίδιο πεζοδρόμιο, η ίδια διασταύρωση και η ίδια απόσταση μπορεί να αποτελούν πραγματικό εμπόδιο. Η προσβασιμότητα δεν είναι ειδική πρόνοια για λίγους· είναι μέτρο πολιτισμού και ποιότητας του αστικού περιβάλλοντος.
Το ίδιο ισχύει για τον θόρυβο και την ποιότητα του αέρα. Δεν αρκεί να μετακινούμαστε γρήγορα από το ένα σημείο στο άλλο. Η πόλη πρέπει να επιτρέπει στον άνθρωπο να περπατά, να αναπνέει, να συναντά και να παραμένει. Αυτό απαιτεί συνδυασμό πολεοδομίας, αρχιτεκτονικής, συγκοινωνιακού σχεδιασμού και περιβαλλοντικής πολιτικής.
Δεν είναι εύκολο, αλλά αναγκαίο: να ξαναμοιράσουμε τον δημόσιο χώρο με κριτήριο την ποιότητα ζωής. Η πόλη δεν είναι μηχανή μετακίνησης· είναι ο τόπος όπου ζούμε.
Χρειαζόμαστε, λοιπόν, μια διαφορετική αντίληψη για τη Λευκωσία. Μια πόλη που θα σχεδιάζει με βάση την ανθρώπινη κλίμακα και όχι την ταχύτητα της κυκλοφορίας. Που θα μετρά την επιτυχία ενός δρόμου όχι από το πόσα αυτοκίνητα περνούν, αλλά από το πόσο ασφαλής και άνετος είναι για τον πεζό. Που θα θεωρεί το δέντρο υποδομή και όχι διακόσμηση, τη σκιά βασική υπηρεσία και τον δημόσιο χώρο κοινωνικό κεφάλαιο.
Η αναθεώρηση του Τοπικού Σχεδίου δεν πρέπει να είναι απλώς μια διαδικασία αλλαγής συντελεστών, χρήσεων και χαράξεων. Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Λευκωσία μπορεί να χωρέσει περισσότερα αυτοκίνητα, περισσότερα κτήρια ή περισσότερη ανάπτυξη.
Το ερώτημα είναι αν μπορεί να ξανασκεφτεί τον άνθρωπο. Και ίσως από εκεί πρέπει να αρχίσει ο σχεδιασμός της πόλης.






