Από παιδιά μαθαίνουμε να κυνηγούμε το τέλειο. Το σωστό σώμα, το ιδανικό βάρος, το αγέραστο πρόσωπο, την αδιάκοπη παραγωγικότητα, την απόλυτη υγεία. Δεν αρκεί πλέον να είσαι καλά. Πρέπει να είσαι πιο αδύνατος, πιο νέος, πιο δυνατός, πιο «καθαρός», να κοιμάσαι καλύτερα, να αποδίδεις περισσότερο και, ει δυνατόν, να νικήσεις τον χρόνο. Ακόμη και η φυσιολογική φθορά του σώματος παρουσιάζεται περίπου ως προσωπική αποτυχία.
Σε αυτό το περιβάλλον ανθούν οι «θεραπείες» αποτοξίνωσης, αντιγήρανσης και μακροζωίας. Δεν πουλούν μόνο μια διαδικασία ή ένα σκεύασμα. Πουλούν την υπόσχεση ότι μπορείς να αποκτήσεις ξανά τον έλεγχο του σώματός σου. Και αυτό είναι πολύ πιο ισχυρό από ένα απλό ψέμα, επειδή πατά πάνω σε έναν φόβο που η ίδια η κοινωνία έχει καλλιεργήσει: ότι εάν γεράσεις, παχύνεις, αρρωστήσεις ή κουραστείς, κάπου απέτυχες.
Βεβαίως δεν μπαίνουν όλοι από την ίδια πόρτα. Άλλος υποφέρει από μια χρόνια πάθηση και αναζητεί απελπισμένα ανακούφιση. Άλλος θέλει να χάσει γρήγορα βάρος. Άλλος φοβάται τα γηρατειά. Άλλος πιστεύει ότι πρέπει να «αποτοξινωθεί» ή να βελτιστοποιήσει τον οργανισμό του. Κοινός παρονομαστής δεν είναι η αφέλεια. Είναι η ανάγκη, ο φόβος και η ελπίδα — τρία πράγματα που μετατρέπονται εύκολα σε αγορά.
Μια εξαιρετικά κερδοφόρα αγορά, μάλιστα, η οποία δεν διαφημίζει πλέον θαύματα. Διαφημίζει «πρωτόκολλα», «καινοτόμες μεθόδους» και μηχανήματα με ευρωπαϊκές πιστοποιήσεις. Ντύνεται με λευκές ποδιές, δύσκολες επιστημονικές ονομασίες και ιστοσελίδες γεμάτες μαρτυρίες ανθρώπων που δηλώνουν ότι «ξαναβρήκαν τη ζωή τους». Δεν σου ζητά να πιστέψεις ότι θα συμβεί ένα θαύμα. Φροντίζει να σε πείσει ότι πρόκειται για επιστήμη.
Πώς, λοιπόν, καλείται ο πολίτης να ξεχωρίσει την τεκμηριωμένη θεραπεία από την καλοστημένη εμπορική υπόσχεση; Πώς θα γνωρίζει ότι ένα εγκεκριμένο μηχάνημα δεν είναι απαραίτητα εγκεκριμένο για τη χρήση που του προτείνουν; Πώς θα υποψιαστεί ότι ένας χώρος με γιατρούς, εξοπλισμό και ανοικτές πόρτες μπορεί να μην διαθέτει καν την απαιτούμενη άδεια;
Κι όμως, όταν κάτι πάει στραβά, το πρώτο που ακούμε είναι ότι οι πολίτες οφείλουν να είναι προσεκτικοί. Να ενημερώνονται. Να ελέγχουν. Να καταγγέλλουν. Λες και ο μέσος άνθρωπος μπορεί να πραγματοποιεί μόνος του έλεγχο αδειών, ειδικοτήτων, θεραπευτικών ενδείξεων και ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού, προτού εμπιστευτεί την υγεία του σε κάποιον που η ίδια η πολιτεία επιτρέπει να λειτουργεί.
Το κέντρο στη Λάρνακα είναι η πιο σκληρή απόδειξη αυτής της αντίφασης. Ήταν γνωστό στις αρχές από το 2022, καταγγέλθηκε δύο φορές, άλλαξε επωνυμία και συνέχισε να λειτουργεί. Υπήρξε ακόμη και αναφορά για ασθενή που χρειάστηκε νοσηλεία σε ΜΕΘ μετά από πλασμαφαίρεση. Οι φάκελοι έκλεισαν λόγω «μη επαρκούς μαρτυρίας». Οι πόρτες του κέντρου, όμως, παρέμειναν ανοικτές μέχρι που χρειάστηκαν νέες πληροφορίες, νέος έλεγχος και τρίτη καταγγελία.
Άρα η πολιτεία δεν έχει απλώς την υποχρέωση να προστατεύσει τον «ανυποψίαστο καταναλωτή». Έχει απέναντί της ανθρώπους που έχουν ήδη εκπαιδευτεί να αισθάνονται ελαττωματικοί και μια βιομηχανία που γνωρίζει ακριβώς πώς να εκμεταλλευτεί αυτή την ανασφάλεια. Δεν μπορεί να αφήνει την ελπίδα να πωλείται ως θεραπεία και μετά να ζητά από εκείνον που την αγόρασε να αναλάβει μόνος του και το κόστος και τον κίνδυνο. Δεν μπορεί, κυρίως, να του λέει απλώς «να προσέχει».






