ΓΡΑΦΕΙ Ο ΝΙΚΟΣ ΜΕΣΑΡΙΤΗΣ
Υπάρχουν τόποι στους οποίους η αρχιτεκτονική δεν χρειάζεται να μας συστηθεί. Δεν γνωρίζουμε τον αρχιτέκτονα, δεν γνωρίζουμε τον ιδιοκτήτη, δεν γνωρίζουμε ποιος σχεδίασε το ένα σπίτι και ποιος το επόμενο. Κι όμως, όταν τα βλέπουμε μαζί, αναγνωρίζουμε αμέσως τον τόπο.
Στα ελληνικά νησιά, στα χωριά του Πηλίου, αλλά και σε πολλές παλιές ευρωπαϊκές πόλεις, η αρχιτεκτονική απέκτησε μια ενότητα που δεν σχεδιάστηκε ποτέ ως ενιαίο έργο. Χτίστηκε λίγο λίγο, από ανθρώπους διαφορετικούς, σε διαφορετικές εποχές, με διαφορετικές ανάγκες. Και όμως, τα κτήρια συνομιλούν. Αυτή είναι η παράδοξη δύναμη της ανώνυμης αρχιτεκτονικής.
Δεν πρόκειται για αρχιτεκτονική χωρίς ποιότητα επειδή δεν έχει υπογραφή. Αντίθετα. Συχνά πρόκειται για αρχιτεκτονική βαθιά δεμένη με τον τόπο, το κλίμα, τα διαθέσιμα υλικά, τις τεχνικές κατασκευής και τον τρόπο ζωής μιας κοινότητας. Η μορφή της δεν προέκυψε από την επιθυμία για πρωτοτυπία. Προέκυψε από τη συσσωρευμένη εμπειρία. Το σπίτι δεν έπρεπε να φωνάζει ότι είναι διαφορετικό. Έπρεπε να είναι καλό σπίτι. Η πόρτα, το παράθυρο, η αυλή, η στέγη, η πέτρα, ο σοβάς, το χρώμα, η σκιά, όλα αποτελούσαν μέρος μιας κοινής γλώσσας. Κάθε μάστορας και κάθε ιδιοκτήτης μπορούσε να κάνει τις δικές του επιλογές, χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη να ακυρώσει τις επιλογές του διπλανού. Έτσι δημιουργήθηκε κάτι που η σύγχρονη αρχιτεκτονική δυσκολεύεται ιδιαίτερα να πετύχει: διαφορετικότητα μέσα στην ενότητα.

Από το σύνολο στο μεμονωμένο κτήριο
Η νεότερη πόλη ακολούθησε έναν διαφορετικό δρόμο. Το κτήριο έγινε περισσότερο αυτόνομο αντικείμενο. Ο αρχιτέκτονας απέκτησε όνομα, το έργο απέκτησε υπογραφή και η αρχιτεκτονική δικαιολογημένα διεκδίκησε την προσωπική δημιουργία. Η εξέλιξη αυτή έφερε τεράστια δημιουργική ελευθερία. Έφερε όμως και έναν κίνδυνο. Να θεωρήσουμε ότι η ποιότητα της πόλης είναι το άθροισμα των ποιοτικών κτηρίων της. Δεν είναι. Μια πόλη μπορεί να έχει ενδιαφέροντα μεμονωμένα κτήρια και παρ' όλα αυτά να μην έχει αρχιτεκτονική ταυτότητα. Γιατί η πόλη δεν είναι έκθεση αυτόνομων έργων. Είναι ένας χώρος σχέσεων: ανάμεσα στα κτήρια, στους δρόμους, στις πλατείες, στα δέντρα, στα ύψη, στις όψεις, στις κινήσεις των ανθρώπων και στις μνήμες που δημιουργούνται μέσα σε αυτά. Η αρχιτεκτονική της πόλης βρίσκεται, σε μεγάλο βαθμό, ανάμεσα στα κτήρια.
Η ταυτότητα
Εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο δύσκολα ερωτήματα της εποχής μας. Οι σύγχρονοι πολεοδομικοί και οικοδομικοί κανονισμοί είναι αναγκαίοι. Προστατεύουν την ασφάλεια, την υγεία, το περιβάλλον, τα δικαιώματα των πολιτών. Δεν μπορούμε να επιστρέψουμε σε έναν κόσμο χωρίς κανόνες.
Όμως ο κανονισμός μπορεί να ορίσει το επιτρεπόμενο. Δύσκολα μπορεί να ορίσει το όμορφο. Μπορεί να καθορίσει διαστάσεις και αποστάσεις. Δεν μπορεί να δημιουργήσει από μόνος του τη σχέση ενός κτηρίου με τον τόπο. Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο δύσκολο. Όταν ο κανονισμός επιτρέπει σε κάθε οικόπεδο να αντιμετωπίζεται ως απολύτως αυτόνομη μονάδα, η πόλη κινδυνεύει να χάσει τη συλλογική της μορφή. Κάθε ιδιοκτήτης αξιοποιεί το δικαίωμά του, κάθε αρχιτέκτονας αξιοποιεί τη δημιουργική του ελευθερία και κάθε κτήριο μπορεί να είναι απολύτως «νόμιμο». Το αποτέλεσμα, όμως, μπορεί να είναι μια πόλη χωρίς κοινή γλώσσα.
Το πρόβλημα δεν είναι η υπογραφή
Δεν είναι λάθος να υπογράφει ο αρχιτέκτονας το έργο του. Η αρχιτεκτονική είναι δημιουργική πράξη και η προσωπική έκφραση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η υπογραφή γίνεται σημαντικότερη από τον τόπο. Όταν κάθε νέο κτήριο αισθάνεται υποχρεωμένο να δηλώσει τη διαφορετικότητά του, η πόλη χάνει σταδιακά την ικανότητά της να συγκροτεί ένα σύνολο.
Η πραγματικά δύσκολη αρχιτεκτονική ίσως δεν είναι εκείνη που κάνει ένα κτήριο να ξεχωρίζει. Είναι εκείνη που κάνει ένα κτήριο να ανήκει. Να είναι αναγνωρίσιμο χωρίς να είναι κραυγαλέο. Να έχει χαρακτήρα χωρίς να επιβάλλεται. Να προσθέτει κάτι στον δρόμο χωρίς να ζητά από τον δρόμο να υπηρετήσει αποκλειστικά το ίδιο.

Η Κύπρος
Στην Κύπρο το ερώτημα είναι ιδιαίτερα επίκαιρο. Δεν χρειάζεται να εξιδανικεύσουμε το παρελθόν ούτε να προσποιηθούμε ότι οι παλιές κατασκευές ήταν όλες καλές. Δεν ήταν. Υπήρχε όμως σε πολλά παραδοσιακά σύνολα κάτι που σήμερα σπάνια συναντούμε: μια αυτονόητη σχέση ανάμεσα στο κτήριο και στο γειτονικό του κτήριο. Σήμερα έχουμε περισσότερες γνώσεις, περισσότερες τεχνολογίες, περισσότερους κανονισμούς και περισσότερα μέσα. Έχουμε, επίσης, περισσότερους αρχιτέκτονες.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν μπορούμε να χτίσουμε καλύτερα. Είναι αν μπορούμε να χτίσουμε μαζί. Γιατί ο στόχος της αρχιτεκτονικής δεν μπορεί να είναι μόνο το καλό κτήριο. Είναι και ο καλός δρόμος, η καλή πλατεία, η καλή γειτονιά, η καλή πόλη. Ίσως, λοιπόν, χρειάζεται να ξαναθυμηθούμε μια αρχή που η ανώνυμη αρχιτεκτονική γνώριζε χωρίς να τη διατυπώνει: Δεν χρειάζεται κάθε κτήριο να γίνει μνημείο του αρχιτέκτονά του. Μερικές φορές η μεγαλύτερη αρχιτεκτονική επιτυχία είναι ένα κτήριο που δεν ζητά να ξεχωρίσει, αλλά συμβάλλει ώστε ολόκληρος ο τόπος να αποκτήσει χαρακτήρα. Η αρχιτεκτονική που δεν υπέγραφε δεν ήταν αρχιτεκτονική χωρίς δημιουργούς. Ήταν αρχιτεκτονική που καταλάβαινε κάτι θεμελιώδες: ότι ο τόπος είναι μεγαλύτερος από το κτήριο.
*Πρώην προέδρου ΕΤΕΚ






