Το σκάνδαλο Videogate συγκλονίζει (και αυτή τη φορά η χρήση της ρήματος δεν αποτελεί μια δημοσιογραφική υπερβολή αλλά ταιριάζει απόλυτα με τις περιστάσεις) το κυπριακό πολιτικό σύστημα, όχι γιατί αποκαλύπτει κάτι πρωτοφανές αλλά γιατί συμπυκνώνει, σε λίγα λεπτά εικόνας, παθογένειες δεκαετιών: αλαζονεία εξουσίας, θολά όρια θεσμών και προσώπων, ελλιπή λογοδοσία, μια κουλτούρα που υπονομεύει συστηματικά την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ζημιά που προκαλείται δεν περιορίζεται στους άμεσα εμπλεκόμενους. Διαχέεται στο σύνολο του πολιτικού συστήματος και πλήττει την ίδια την έννοια της δημοκρατικής διακυβέρνησης και της πολιτικής διαδικασίας. Πρόκειται για ένα σκάνδαλο που βαθαίνει το χάσμα ανάμεσα στους πολίτες και τους θεσμούς, ενισχύει τον κυνισμό και τροφοδοτεί την αντίληψη ότι «όλοι ίδιοι είναι». Και αυτή η αντίληψη είναι ίσως η πιο επικίνδυνη, γιατί οδηγεί είτε στην αποχή είτε στην ανοχή της αυθαιρεσίας. Τα μέχρι σήμερα αντανακλαστικά της κοινής γνώμης δείχνουν ότι δεν θα συγχωρέσει όσα είδε στο επίμαχο video.
Η συζήτηση, ωστόσο, δεν μπορεί να εξαντληθεί στην απόδοση ατομικών και πολιτικών ευθυνών, όσο αναγκαία κι αν είναι.
Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν η Κυπριακή Δημοκρατία θα αξιοποιήσει αυτή την κρίση ως αφετηρία θεσμικής ανασυγκρότησης. Η εμπειρία δείχνει ότι, χωρίς βαθιές τομές, τα ίδια φαινόμενα θα επανεμφανιστούν, με διαφορετικά πρόσωπα αλλά με το ίδιο υπόβαθρο.
Θεσμική ανασυγκρότηση σημαίνει πρώτα απ’ όλα διαφάνεια χωρίς αστερίσκους. Σημαίνει ισχυρούς, ανεξάρτητους ελεγκτικούς μηχανισμούς, με πραγματικές αρμοδιότητες και χωρίς πολιτικές εξαρτήσεις.
Σημαίνει ξεκάθαρα όρια ανάμεσα στην Εκτελεστική Εξουσία, τα κόμματα και τα οικονομικά συμφέροντα.
Σημαίνει επίσης εκσυγχρονισμό του πλαισίου δεοντολογίας για δημόσιους αξιωματούχους, με κανόνες που δεν θα είναι διακοσμητικοί αλλά δεσμευτικοί.
Πάνω απ’ όλα, όμως, σημαίνει αλλαγή πολιτικής κουλτούρας. Η αποκατάσταση της πληγωμένης αξιοπιστίας δεν θα έρθει με εξαγγελίες αλλά με συνεπή πράξη και λογοδοσία.
Οι πολίτες δεν ζητούν τελειότητα· ζητούν ειλικρίνεια, δικαιοσύνη και την αίσθηση ότι κανείς δεν βρίσκεται υπεράνω του νόμου.
Αν το σκάνδαλο αυτό δεν οδηγήσει σε ουσιαστική αυτοκριτική και θεσμική ενδυνάμωση, τότε, θα έχει χαθεί άλλη μία ευκαιρία. Και η Δημοκρατία μας δεν αντέχει πολλές ακόμη χαμένες ευκαιρίες.
Το ευτύχημα είναι ότι τα κόμματα εμφανίζονται με κοινή στάση -με εξαίρεση το ΕΛΑΜ που ακολουθεί το αφήγημα της κυβέρνησης- και διαθέτουν την εξουσία της νομοθέτησης για να επιβάλουν αυτό που ζητούν, διαφάνεια χωρίς αστερίσκους.







