Εδώ και 14 χρόνια, η Βουλή συζητά τον περιορισμό της βουλευτικής ασυλίας. Συνολικά 14 χρόνια παλινωδιών, ατέρμονων αναβολών και προσχηματικών διαβουλεύσεων για ένα ζήτημα που θα έπρεπε να επιλυθεί από το 2012, όταν αποκαλύφθηκε ότι σημαντικός αριθμός βουλευτών καταχράτο την ασυλία του, προκειμένου να αποφεύγει την πληρωμή εξώδικων προστίμων.
Συγκεκριμένα, αποκαλύφθηκε ότι περισσότερα από 60 εξώδικα παρέμεναν σε εκκρεμότητα επί σειρά ετών. Τα περισσότερα αφορούσαν τον Δήμο Λευκωσίας και την Αστυνομία. Σύμφωνα με γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας, τα συγκεκριμένα πρόστιμα δεν καταχωρίζονταν στα δικαστήρια επειδή οι παραβάτες ήταν… βουλευτές. Μόνο όταν ξέσπασε έντονη κοινωνική κατακραυγή, οι εμπλεκόμενοι βουλευτές προχώρησαν στην πληρωμή τους, όχι από αίσθημα ευθύνης ή σεβασμό προς το κράτος δικαίου αλλά επειδή φοβήθηκαν τη δημόσια διαπόμπευσή τους, το «name & shame».
Από τότε μέχρι σήμερα, το άρθρο 83 του Συντάγματος παραμένει αναλλοίωτο και απαράλλακτο. Εξακολουθεί να απαγορεύει ακόμη και την ανάκριση βουλευτών από την Αστυνομία, ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος που ενδεχομένως έχουν διαπράξει, καθιστώντας τους, στην πράξη, υπεράνω του νόμου. Κατάθεση από βουλευτή μπορεί να ληφθεί μόνο εφόσον το επιθυμεί ο Γενικός Εισαγγελέας και υπό την αυστηρή προϋπόθεση ότι θα πειστούν για την αναγκαιότητα αυτή οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίοι καλούνται να εξετάσουν την αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα για άρση της βουλευτικής ασυλίας.
Στην προχθεσινή συνεδρία της Επιτροπής Νομικών, οι βουλευτές συμφώνησαν ότι το εύρος της βουλευτικής ασυλίας θα πρέπει να περιοριστεί. Οι δύο ποινικές έρευνες που βρίσκονται σε εξέλιξη εις βάρος των βουλευτών της ΕΔΕΚ και του ΔΗΣΥ, Μαρίνου Σιζόπουλου και Νίκου Σύκα αντίστοιχα, λειτούργησαν καταλυτικά προς αυτή την κατεύθυνση. Παρότι αμφότεροι θεωρούνται ύποπτοι για τη διάπραξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων, δεν δύνανται να ανακριθούν ούτε να διωχθούν ποινικά, εξαιτίας της γενικής και άνευ όρων ασυλίας που απολαύουν. Το γεγονός αυτό επανέφερε με ένταση στο προσκήνιο τη συζήτηση στη Βουλή αναφορικά με το πραγματικό εύρος και τα όρια της βουλευτικής ασυλίας.
Όπως αναφέρθηκε στην Επιτροπή Νομικών, η σχετική νομοθετική ρύθμιση θα πρέπει να ολοκληρωθεί πριν από τη διάλυση της Βουλής ενόψει των εκλογών του ερχόμενου Μαΐου. Πρόκειται, ωστόσο, για μια δέσμευση που επαναλαμβάνεται εδώ και χρόνια. Κάθε φορά κάτι προκύπτει, κάτι καθυστερεί, κάτι «χρειάζεται περαιτέρω μελέτη»...
Τι φοβούνται οι βουλευτές
Με νομοσχέδιο, που κατέθεσε στη Βουλή τον Ιανουάριο του 2021, το Υπουργείο Δικαιοσύνης προτείνει τον περιορισμό της βουλευτικής ασυλίας αποκλειστικά κατά την άσκηση των καθηκόντων των βουλευτών. Ωστόσο, η γενική και ασαφής διατύπωση «κατά την άσκηση των καθηκόντων τους» θα πρέπει να προσδιοριστεί με ακρίβεια και να ενταχθεί σε ένα σαφές και δεσμευτικό πλαίσιο. Διαφορετικά, υπάρχει ορατός κίνδυνος η έννοια να παραμείνει αόριστη και ευάλωτη σε καταχρηστικές ερμηνείες. Σε τούτον τον τόπο, όλα μπορούν να συμβούν.
Βουλευτές ζητούν να διατηρήσουν την ασυλία τους ακόμη και για ποινικά αδικήματα, επικαλούμενοι την ανάγκη προστασίας από αυθαιρεσίες της διοίκησης. Εν ολίγοις, επιδιώκουν προστασία έναντι ενδεχόμενων εκδικητικών ενεργειών της Εκτελεστικής Εξουσίας ή των κρατικών υπηρεσιών, προβάλλοντας τον κίνδυνο στοχοποίησής τους κατά την άσκηση του κοινοβουλευτικού ελέγχου. Πρόκειται αναμφίβολα για έναν υπαρκτό και θεμιτό προβληματισμό. Θέλουμε, ωστόσο, να πιστεύουμε ότι δεν θα χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι για τη διατήρηση μιας διευρυμένης ασυλίας, η οποία θα εκτείνεται ακόμη και σε ποινικά αδικήματα παντελώς άσχετα με το κοινοβουλευτικό έργο.
Η Δημοκρατία δεν απειλείται όταν ένας βουλευτής λογοδοτεί για πράξεις που δεν συνδέονται με την άσκηση των καθηκόντων του. Αντιθέτως, η ίδια η Δημοκρατία υπονομεύεται όταν καταστρατηγείται η αρχή της ισονομίας και οι πολίτες διαπιστώνουν ότι οι νόμοι δεν εφαρμόζονται για όλους με τον ίδιο τρόπο.
Η βουλευτική ασυλία θεσπίστηκε για να προστατεύει το κοινοβουλευτικό έργο, όχι για να συγκαλύπτει ποινικά αδικήματα, ούτε για να καλλιεργεί αίσθημα ατιμωρησίας. Το εύρος της ασυλίας πρέπει να περιοριστεί το συντομότερο δυνατόν, βάσει σαφών, αυστηρών και απολύτως συγκεκριμένων κριτηρίων, ώστε να αφορά αποκλειστικά πράξεις που συνδέονται άμεσα και αναπόσπαστα με την άσκηση των κοινοβουλευτικών καθηκόντων. Κάθε περαιτέρω καθυστέρηση δεν θα μπορεί πλέον να αποδοθεί σε θεσμικές δυσκολίες ή διαδικαστικές εκκρεμότητες αλλά θα συνιστά συνειδητή επιλογή διατήρησης ενός προκλητικού προνομίου, το οποίο, όπως ισχύει σήμερα, καθιστά τους βουλευτές υπεράνω του νόμου.






