Η έκτακτη σύνοδος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου δεν κατέληξε σε θεαματικές αποφάσεις, ούτε σε ανακοινώσεις που θα άλλαζαν άμεσα τους διεθνείς συσχετισμούς. Κι όμως, για πολλούς Ευρωπαίους διπλωμάτες και αναλυτές, αποτέλεσε μία από τις πιο αποκαλυπτικές στιγμές της τελευταίας δεκαετίας. Είναι η στιγμή που η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγκάστηκε να αντικρίσει κατάματα τη στρατηγική της γύμνια και να παραδεχθεί ότι η εποχή της αυτόματης διατλαντικής βεβαιότητας έχει οριστικά παρέλθει. Χωρίς θορύβους και χωρίς υψηλούς τόνους, οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποδέχθηκαν σιωπηρά ότι ο κόσμος που οικοδομήθηκε η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μετά το 1945 δεν υπάρχει πια, και ότι η Ευρώπη καλείται πλέον να κινηθεί σ’ ένα περιβάλλον όπου οι εγγυήσεις ασφάλειας, πολιτικής στήριξης και οικονομικής σταθερότητας δεν είναι δεδομένες.
Η συζήτηση που διεξήχθη στις Βρυξέλλες είχε ως άξονα τις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, όμως το πραγματικό της περιεχόμενο ήταν βαθύτερο. Δεν αφορούσε απλώς τον Αμερικανό Πρόεδρο, ή την αβεβαιότητα που προκαλεί η πολιτική του. Αφορούσε τη δομική μετατόπιση των ΗΠΑ προς ένα πιο ωμό, συναλλακτικό και εσωστρεφή τρόπο άσκησης ισχύος, που η Ευρώπη παύει να αντιμετωπίζεται ως αυτονόητος στρατηγικός εταίρος, και μετατρέπεται σε μεταβλητή κόστους και συμφέροντος. Η συνειδητοποίηση αυτή λειτούργησε ως καταλύτης για μια δύσκολη, αλλά αναπόφευκτη συζήτηση. Δηλαδή, κατά πόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει ως γεωπολιτικός δρων χωρίς να διαθέτει ουσιαστικά εργαλεία ισχύος, ενιαία στρατηγική αντίληψη και πολιτική συνοχή.
Η έννοια της «στρατηγικής αυτονομίας», που για χρόνια κινούνταν στα όρια του θεωρητικού διαλόγου, επανήλθε στο προσκήνιο με πιο επιτακτικό τρόπο. Αυτή τη φορά, όμως, δεν παρουσιάστηκε ως ευρωπαϊκή φιλοδοξία ή ως συμπλήρωμα της διατλαντικής σχέσης, αλλά ως όρος επιβίωσης. Η παραδοχή ότι η Ευρώπη ενδέχεται να χρειαστεί να λειτουργήσει μόνη της σε κρίσιμους τομείς, από την άμυνα και την ασφάλεια μέχρι την ενέργεια και την τεχνολογία, σηματοδοτεί μια βαθιά μετατόπιση στη συλλογική ευρωπαϊκή σκέψη. Ταυτόχρονα, όμως, αναδεικνύει το εύρος των αντιφάσεων που διατρέχουν την Ένωση.
Οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, που εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται τις ΗΠΑ ως τον μοναδικό αξιόπιστο εγγυητή απέναντι στη ρωσική απειλή, αντιμετωπίζουν την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία με επιφύλαξη, αν όχι καχυποψία. Γι’ αυτές, κάθε συζήτηση που αποδυναμώνει τον κεντρικό ρόλο του ΝΑΤΟ ισοδυναμεί με γεωπολιτικό ρίσκο. Αντίθετα, κράτη μέλη της Δυτικής Ευρώπης, με πρώτη τη Γαλλία, θεωρούν ότι η τρέχουσα συγκυρία προσφέρει μια ιστορική ευκαιρία για τη συγκρότηση μιας πιο αυτάρκους Ευρώπης, ικανής να προστατεύει τα συμφέροντά της χωρίς εξωτερικούς κηδεμόνες. Αυτή η θεμελιώδης απόκλιση αντιλήψεων καθιστά εξαιρετικά δύσκολη τη μετάβαση από τη ρητορική στην πράξη.
Η άμυνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραμένει πεδίο έντονης αντίφασης και αβεβαιότητας. Παρά την αύξηση των αμυντικών δαπανών σε πολλά κράτη μέλη και τις πρωτοβουλίες για κοινά εξοπλιστικά προγράμματα, η Ένωση συνεχίζει να στερείται ενιαίας διοίκησης, συντονισμένης επιχειρησιακής ικανότητας και, κυρίως, πολιτικής βούλησης για πραγματική στρατιωτική αυτονομία. Τα κράτη μέλη εξακολουθούν να δρουν αποσπασματικά, προτάσσοντας εθνικά συμφέροντα, ενώ η διαχείριση κρίσεων και η ανάπτυξη στρατιωτικών δυνατοτήτων παραμένει κατακερματισμένη και αναποτελεσματική. Η έλλειψη συνεκτικού πλαισίου υπονομεύει την ασφάλεια της Ένωσης και περιορίζει το διεθνές κύρος της ως αυτόνομου γεωπολιτικού παίκτη. Το ερώτημα που τίθεται είναι απλό αλλά κρίσιμο. Μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να ενεργήσει ενωμένα όταν η ίδια η δομή της και η πολιτική βούληση παραμένουν διχασμένες; Χωρίς αποφασιστικά βήματα προς την ενοποίηση, κάθε προσπάθεια για στρατηγική αυτονομία θα μένει θεωρητική, και η Ευρώπη θα συνεχίσει να εξαρτάται από τρίτους για την ασφάλειά της. Ο χρόνος για δράση δεν είναι απλά κατάλληλος, είναι πλέον επιτακτικός. Η σύνοδος ανέδειξε ότι, χωρίς βαθύτερη πολιτική ενοποίηση και χωρίς μεταφορά ουσιαστικών αρμοδιοτήτων στο ευρωπαϊκό επίπεδο, η στρατηγική αυτονομία κινδυνεύει να παραμείνει σύνθημα χωρίς περιεχόμενο.
Οι γεωοικονομικές προκλήσεις καθιστούν ολοένα πιο εμφανή την ευάλωτη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον παγκόσμιο χάρτη. Η Ένωση βρίσκεται παγιδευμένη στον σφοδρό εμπορικό ανταγωνισμό ΗΠΑ και Κίνας, όπου καλείται να επιλέξει κατεύθυνση χωρίς να διαθέτει τα αναγκαία μέσα για αυτοπροστασία. Η πρόσφατη ενεργειακή κρίση και οι επαναλαμβανόμενες διαταραχές στις αγορές πρώτων υλών υπενθυμίζουν ότι η εξάρτηση από εξωτερικούς προμηθευτές αποτελεί διαρκές αδύναμο σημείο. Ταυτόχρονα, η τεχνολογική υστέρηση σε κρίσιμους τομείς, όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη, οι ημιαγωγοί και οι στρατηγικές ψηφιακές υποδομές, αποδεικνύει ότι η Ευρώπη δεν έχει ακόμα καταφέρει να αποκτήσει ουσιαστική τεχνολογική κυριαρχία. Η έκτακτη σύνοδος ανέδειξε με σαφήνεια ότι η οικονομική ισχύς από μόνη της δεν αρκεί για να εξασφαλίσει πολιτική και στρατηγική αυτονομία. Χωρίς κοινή ευρωπαϊκή στρατηγική, χωρίς ενίσχυση της παραγωγικής ανεξαρτησίας και χωρίς συντονισμένες επενδύσεις σε τομείς αιχμής, η Ένωση παραμένει ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς και σε πιέσεις που υπερβαίνουν τις εθνικές δυνατότητες. Το γεωοικονομικό αυτό περιβάλλον αναδεικνύει ένα κρίσιμο δίλημμα. Η Ευρώπη μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως διαμεσολαβητής μεταξύ υπερδυνάμεων ή θα επιλέξει να αναπτύξει την αυτοδυναμία της; Η απάντηση θα καθορίσει όχι μόνο την οικονομική ασφάλεια των κρατών μελών, αλλά και το διεθνές κύρος της Ένωσης ως ανεξάρτητου παίκτη σ’ έναν κόσμο που αλλάζει με ταχύτητα. Η ανάγκη για αποφασιστικά βήματα προς τεχνολογική κυριαρχία, πολιτική ενότητα και στρατηγική αυτονομία δεν είναι πλέον θεωρητική, αλλά επιτακτική.
Στο εσωτερικό της Ένωσης, οι πολιτικές πιέσεις συσσωρεύονται. Η άνοδος ευρωσκεπτικιστικών και εθνικιστικών δυνάμεων, η κρίση εμπιστοσύνης προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και η αίσθηση απόστασης των πολιτών από τις αποφάσεις που λαμβάνονται στις Βρυξέλλες συνθέτουν ένα εύθραυστο πολιτικό τοπίο. Η ανάγκη για ταχύτερη λήψη αποφάσεων σε θέματα άμυνας και εξωτερικής πολιτικής συγκρούεται με τα υφιστάμενα θεσμικά όρια και με την απαίτηση για δημοκρατική νομιμοποίηση. Το ερώτημα δεν είναι απλώς πώς θα γίνει πιο ισχυρή η Ευρώπη, αλλά με ποια πολιτική και κοινωνική συναίνεση.
Η έκτακτη σύνοδος δεν έδωσε απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα. Αντίθετα, λειτούργησε ως καθρέφτης των αδυναμιών και των διλημμάτων της Ένωσης. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η ευρωπαϊκή ηγεσία φάνηκε να αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να πορεύεται με τη λογική της διαχείρισης κρίσεων και της αναβολής δύσκολων αποφάσεων. Η διεθνής πραγματικότητα γίνεται όλο και πιο σκληρή, λιγότερο προβλέψιμη και πιο ανταγωνιστική, και η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια της στρατηγικής αδράνειας.
Συμπερασματικά, το αν αυτή η στιγμή αυτογνωσίας θα εξελιχθεί σε σημείο καμπής ή θα χαθεί μέσα στον κυκεώνα των εσωτερικών αντιφάσεων, παραμένει ανοιχτό. Εκείνο που είναι σαφές είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε μια υπαρξιακή δοκιμασία. Η επιλογή δεν είναι ανάμεσα στην πλήρη αυτονομία και στη διατλαντική εξάρτηση, αλλά ανάμεσα στην ωρίμανση και στην περιθωριοποίηση. Και αυτή η επιλογή, όσο κι αν αποφεύχθηκε να ειπωθεί ρητά στην έκτακτη σύνοδο, διατρέχει πλέον ολόκληρο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.





