Του Σάββα Ηλιοφώτου-πρώην Δημάρχου Στροβόλου
Η πρόσκληση της Κυπριακής Δημοκρατίας να συμμετάσχει σε διάσκεψη στις Ηνωμένες Πολιτείες για το λεγόμενο «Συμβούλιο Ειρήνης για τη Γάζα» του Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι μια αθώα διπλωματική κίνηση. Είναι μια πρόσκληση που γεννά σοβαρά ερωτήματα: πολιτικά, θεσμικά και –κυρίως– συνταγματικά.
Για κράτη χωρίς ανοικτά υπαρξιακά προβλήματα, τέτοιες πρωτοβουλίες μπορεί να θεωρούνται πειραματισμοί ισχύος ή παράλληλα φόρουμ διαπραγμάτευσης. Για την Κύπρο, όμως, που παραμένει υπό στρατιωτική κατοχή εδώ και μισό αιώνα, το ζήτημα είναι πολύ πιο επικίνδυνο.
Διότι η Κύπρος δεν έχει την πολυτέλεια να παίζει με θεσμούς που υπονομεύουν –έστω και έμμεσα– το μοναδικό διεθνές πλαίσιο που εξακολουθεί να κατοχυρώνει το δίκαιό της: τα Ηνωμένα Έθνη.
Το θεσμικό πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό:
Το λεγόμενο «Συμβούλιο Ειρήνης» δεν είναι όργανο του ΟΗΕ. Δεν λειτουργεί με βάση το διεθνές δίκαιο. Δεν θεμελιώνεται στην ισότητα των κρατών. Αντιθέτως, όπως παρουσιάζεται, συγκροτείται γύρω από την πολιτική βούληση και τον κεντρικό ρόλο ενός προσώπου – του Ντόναλντ Τραμπ – με άνισους όρους συμμετοχής και χωρίς σαφή θεσμικά αντίβαρα.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Ιταλία, διά της πρωθυπουργού της Τζόρτζια Μελόνι, δήλωσε ανοιχτά ότι δεν μπορεί να συμμετάσχει στη σημερινή μορφή του Συμβουλίου για λόγους συνταγματικής τάξης. Το ιταλικό Σύνταγμα δεν επιτρέπει συμμετοχή σε διεθνείς δομές που δεν κατοχυρώνουν ισότητα και δεν σέβονται την κυριαρχία του κράτους.
Η Κύπρος μπορεί να μην έχει πανομοιότυπη συνταγματική διατύπωση, αλλά έχει την ίδια –αν όχι μεγαλύτερη– ανάγκη προστασίας της κυριαρχίας της.
Όταν η «ειρήνη» γίνεται εργαλείο ισχύος
Για την Κύπρο, το πρόβλημα δεν είναι μόνο θεσμικό. Είναι και βαθιά πολιτικό.
Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι ουδέτερος μεσολαβητής. Είναι ο ίδιος πολιτικός που στο παρελθόν:
- αναγνώρισε μονομερώς την Ιερουσαλήμ,
- νομιμοποίησε τετελεσμένα δια της ισχύος,
- και αντιμετώπισε το διεθνές δίκαιο ως διαπραγματεύσιμη λεπτομέρεια.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, για την Κύπρο –με την Τουρκία παρούσα ως δύναμη κατοχής και με αποδεδειγμένη ικανότητα να επηρεάζει αμερικανικά κέντρα αποφάσεων– το ενδεχόμενο «παρέμβασης» στο Κυπριακό δεν είναι φαντασιακό. Είναι απολύτως ρεαλιστικό.
Και τότε το δίλημμα γίνεται ωμό:
μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.
Συμμετοχή, αλλά χωρίς νομιμοποίηση:
Η πλήρης αποχή από μια διεθνή διάσκεψη στις ΗΠΑ θα μπορούσε να εκληφθεί ως διπλωματική αυτοαπομόνωση. Από την άλλη, η άκριτη συμμετοχή σε ένα σχήμα που υπονομεύει τον ΟΗΕ και δημιουργεί παράλληλους μηχανισμούς «λύσεων» είναι πολιτειακά επικίνδυνη.
Ίσως, λοιπόν, η μόνη ρεαλιστική επιλογή για την Κύπρο να είναι μια αυστηρά περιορισμένη συμμετοχή, με ξεκάθαρες κόκκινες γραμμές:
- χωρίς θεσμική ένταξη,
- χωρίς αποδοχή δεσμευτικών ρόλων,
- χωρίς οποιαδήποτε αναγνώριση ότι το Συμβούλιο αυτό υποκαθιστά ή ανταγωνίζεται τα Ηνωμένα Έθνη.
Η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να είναι παρούσα μόνο ως κράτος που υπερασπίζεται τη διεθνή νομιμότητα, όχι ως μέρος ενός πειράματος προσωποπαγούς γεωπολιτικής.
Τα Ηνωμένα Έθνη δεν είναι πολυτέλεια για την Κύπρο:
Μπορεί ο ΟΗΕ να είναι αργός, αντιφατικός και συχνά απογοητευτικός. Όμως για την Κύπρο παραμένει –θεωρητικά τουλάχιστον– η ασπίδα του δικαίου απέναντι στην ισχύ.
Όποια πρωτοβουλία, όσο «ειρηνική» κι αν παρουσιάζεται, αμφισβητεί αυτό το πλαίσιο, δεν είναι απλώς διπλωματικό άνοιγμα. Είναι θεσμικό ρίσκο.
Και για ένα κράτος υπό κατοχή, τα θεσμικά ρίσκα δεν είναι ποτέ ουδέτερα.





