Πριν από λίγες μέρες έτυχε να πιάσω κουβέντα με ένα κορίτσι 14-15 ετών. Οικογενειακοί φίλοι, μια τυχαία συνάντηση μετά από καιρό, από εκείνες τις συζητήσεις που ξεκινούν σχεδόν αυτόματα, με το πώς πάει το σχολείο, τι της αρέσει να κάνει, τι σκέφτεται να γίνει όταν μεγαλώσει. Η απάντηση της απλή. «Δεν ξέρω».
Μέχρι εδώ, τίποτα το παράξενο. Στα 14 ελάχιστοι άνθρωποι ξέρουν τι θέλουν να κάνουν στη ζωή τους. Στην προσπάθεια μου να συνεχιστεί η κουβέντα, της είπα σχεδόν αυθόρμητα, κάτι από εκείνα τα κλισέ, που λέμε ότι έχει πολύ χρόνο μπροστά της, ότι μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, αρκεί να το βάλει στόχο κλπ. Με κοίταξε και απάντησε απλώς «Ναι… καλά».
Δεν ήταν η ειρωνεία της, που με προβλημάτισε. Ήταν ο τόνος και κυρίως εκείνη η μικρή δόση απάθειας, που άφηνε να εννοηθεί, πως όλα αυτά ακούγονται ωραία, αλλά δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με την πραγματικότητα.
Θα μπορούσε κανείς, να το αποδώσει εύκολα στην εφηβεία. Στην αμηχανία μιας συζήτησης, με έναν μεγαλύτερο. Ίσως και να ήταν έτσι. Όμως η αλήθεια είναι, ότι αυτό το συναίσθημα δεν το συναντά κανείς μόνο σε παιδιά 14 ετών. Το βλέπεις όλο και συχνότερα και σε μεγαλύτερους εφήβους, σε νέους 17 και 18 χρονών, που ετοιμάζονται τους επόμενους μήνες, να μπουν στην κοινωνία, ως ενήλικες. Και εκεί αρχίζει η ανησυχία.
Γιατί το πρόβλημα, δεν είναι ότι πολλοί νέοι, δεν ξέρουν ακόμη, τι θέλουν, να κάνουν στη ζωή τους. Το πρόβλημα είναι, ότι αρκετοί μοιάζουν, να μην έχουν μάθει, να ονειρεύονται και να κάνουν σχέδια για το μέλλον τους.
Μεγαλώνουμε γενιές παιδιών μπροστά σε οθόνες. Σε έναν κόσμο, όπου σχεδόν κάθε απάντηση είναι άμεσα διαθέσιμη μέσα από ένα βίντεο, ένα κλικ, μια εντολή σε μια εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης. Πληροφορία υπάρχει παντού. Αυτό που λείπει είναι ο χρόνος και ο χώρος για σκέψη.
Η σκέψη όμως δεν είναι απλή κατανάλωση πληροφοριών. Η σκέψη είναι φαντασία, αμφισβήτηση, δοκιμή. Είναι η διαδικασία μέσα από την οποία κάποιος αρχίζει να φαντάζεται τον εαυτό του στο μέλλον. Και αυτό μοιάζει να γίνεται όλο και πιο σπάνιο.
Θα ήταν πολύ εύκολο για όλη αυτή την κατάσταση να δείξουμε έναν ένοχο. Να πούμε ότι φταίει για παράδειγμα το σχολείο, η κοινωνία, ότι φταίνε οι γονείς, ότι φταίει η τεχνολογία. Στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν συνδυασμό πραγμάτων. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα, που συχνά επιβραβεύει την αναπαραγωγή αντί της σκέψης. Μια κοινωνία, που προβάλλει την εύκολη επιτυχία. Και μια καθημερινότητα γεμάτη ερεθίσματα που δεν αφήνουν χώρο για ουσιαστική φαντασία.
Το ερώτημα είναι τι σημαίνει αυτό για το αύριο. Γιατί αυτοί οι νέοι σε λίγα χρόνια δεν θα είναι απλώς μαθητές. Θα είναι πολίτες. Θα παίρνουν αποφάσεις, θα ψηφίζουν, θα διαμορφώνουν την κοινωνία.
Και η σκέψη, που δεν μπορώ να αποφύγω, είναι η εξής, αν μια γενιά δεν έχει μάθει να σκέφτεται, να ονειρεύεται, τότε ίσως στο μέλλον, να φτάσουμε στο σημείο, να ζητά ακόμη και από την τεχνητή νοημοσύνη να της πει τι να πιστεύει, τι να ψηφίζει… πως να ζει!






