Τη βδομάδα που πέρασε, οι πολίτες παρακολουθούσαν εμβρόντητοι το σύστημα απονομής δικαιοσύνης να καταρρέει μπροστά στα μάτια τους. Ο Μακάριος Δρουσιώτης κατήγγειλε σημεία και τέρατα, καταγράφοντας φερόμενα εκτεταμένα φαινόμενα διαφθοράς με εμπλοκή δικαστών, κατάχρηση εξουσίας, παιδεραστία και ξέπλυμα. Και ολόκληρη σχεδόν η κοινωνία ταυτιζόταν με τις αποκαλύψεις. Πεπεισμένη, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι ισχύουν. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο ΔΗΣΥ έσπευσε, με ανακοίνωσή του, να προκαταλάβει τις έρευνες και να επιτεθεί σε άλλα κόμματα, κατηγορώντας τα ότι παίζουν το επικίνδυνο παιχνίδι της σπίλωσης ανθρώπων και θεσμών, «επιδιώκοντας να προκαλέσουν χάος και αποσταθεροποίηση της χώρας». Πώς, όμως, κατέληξαν στον ΔΗΣΥ ότι τα όσα καταγγέλλει ο Δρουσιώτης δεν είναι αλήθεια; Κυρίως όμως, πώς γίνεται να ανησύχησαν για το γεγονός ότι τέτοιες αποκαλύψεις οδηγούν στο χάος και την αποσταθεροποίηση και όχι αν τα όσα εκπληκτικά καταγράφει ο Μακάριος ισχύουν; Διότι ακόμα και τα μισά από τα όσα κατήγγειλε ο Μακάριος να είναι αλήθεια, δεν μιλάμε πλέον για χάος αλλά για την απόλυτη διάλυση του κράτους δικαίου. Για ένα κράτος μαφία.
Προφανώς και ο Μακάριος οφείλει να τεκμηριώσει τις καταγγελίες στις οποίες έχει προβεί. Και όλοι να αναμένουμε να δούμε αν οι καταγγελίες αυτές ευσταθούν. Έχω όμως την εντύπωση ότι πέραν από το αν ο Μακάριος θα στοιχειοθετήσει τις κατηγορίες του ή αν αυτές οι καταγγελίες είναι βάσιμες, αυτό το οποίο θα έπρεπε να προβληματίσει όλους (συμπεριλαμβανομένου του ΔΗΣΥ) είναι η ευκολία με την οποία υιοθέτησε τους ισχυρισμούς του Μακάριου η κοινωνία. Η οποία αντανακλά το κλίμα που εδώ και καιρό έχει διαμορφωθεί στην κοινή γνώμη όσον αφορά το κράτος και τους θεσμούς του. Όταν η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας είναι πεπεισμένη ότι οι δικαστές είναι πιασμένοι, ότι ο Γενικός Εισαγγελέας παρακολουθείται, ότι υπάρχει ένα κράτος που λειτουργεί ως υπόκοσμος τότε, πραγματικά, δεν μπορεί κάποιος να επικεντρώνεται μόνο στο κατά πόσον υπάρχουν αποδείξεις. Διότι επιβεβαιώνεται ότι στην ολότητά τους οι θεσμοί αυτής της χώρας τελούν υπό πλήρη απαξίωση. Αυτό είναι που θα πρέπει να προβληματίσει άπαντες. Το ότι οι θεσμοί στο σύνολό τους έχουν φτάσει σε τέτοια επίπεδα ανυποληψίας, που η κοινή γνώμη είναι έτοιμη να πιστέψει και τους πιο εξωφρενικούς ισχυρισμούς. Και γι’ αυτό, οι θεσμοί δεν είναι άμοιροι ευθυνών. Διότι αυτή η εικόνα -ότι η χώρα είναι ικανή για τα πάντα- δεν είναι αυθαίρετη. Βασίζεται στα δικά τους πεπραγμένα. «Στοιχειοθετείται» ακριβώς από τη γενικότερη εικόνα που εκπέμπουν. Από τον τρόπο που διαχειρίστηκαν καταστάσεις και καταγγελίες. Από τον τρόπο που λειτούργησαν πολιτικά. Από τον τρόπο που ανταποκρίθηκαν θεσμικά.
Αν ο κόσμος σήμερα πιστεύει ότι και οι πιο ασύλληπτες καταγγελίες ισχύουν, αυτό το δικαίωμα του το έδωσε το ίδιο το σύστημα. Η νυν κυβέρνηση με το videogate και την επιμονή της να μην δώσει τη λίστα με τους δωρητές του ταμείου της πρώτης κυρίας. Ή η προηγούμενη κυβέρνηση με σειρά σκανδάλων και καθόλου ενόχους. Ο ΔΗΣΥ, με την απόφαση του, και αφού καθημερινά ζητούσε τη δημοσιοποίηση των δωρητών του φορέα, να καταψηφίσει ψήφισμα που απαιτούσε από την κυβέρνηση ακριβώς αυτό. Κι αν πιστεύει ότι οι όποιες καταγγελίες ισχύουν, ανεξαρτήτως αν δεν οδηγήσουν σε καταδίκες, και πάλι αυτό το δικαίωμα του το έδωσαν οι θεσμοί με τη διαχείριση που έκαναν όλο το προηγούμενο διάστημα. Τα δικαστήρια με αποφάσεις όπως αυτές για τον Συνεργατισμό ή τον Ηλιάδη. Η γενική εισαγγελία με τη διαχείριση που έκανε με το μαύρο βαν, τον Κατσουνωτό ή την υπόθεση Συλλούρη, Τζιοβάνη. Όλο το σύστημα με τον τρόπο που διαχειρίστηκε ανάλογες καταγγελίες και σκάνδαλα. Και έχει οδηγήσει μια ολόκληρη κοινωνία να πιστεύει ότι το κύριο πρόβλημα της χώρας είναι οι θεσμοί που καθηκόντως θα έπρεπε να είναι εκεί για να την προστατεύουν. Αυτή η απόλυτη κατάπτωση που όντως βιώνει η Κύπρος δεν έχει να κάνει τόσο με τον Μακάριο Δρουσιώτη, ούτε με τις αποκαλύψεις, ούτε με την κριτική προς τους θεσμούς, ακόμα και την πιο ισοπεδωτική. Αλλά με τον τρόπο που οι θεσμοί της χώρας λειτούργησαν όλο το προηγούμενο διάστημα. Που τον οδήγησαν τον κόσμο στην πεποίθηση ότι ζει σ’ ένα failed state.
Τη «στοιχειοθέτηση» στα μάτια του κόσμου τη δίνει ακριβώς η ίδια η λειτουργία του κράτους. Αυτή είναι που καθιστά τις κατηγορίες «πραγματικότητα». Διότι την «αλήθεια» στα θέματα της δημόσιας σφαίρας, σε μεγάλο βαθμό, την καθορίζει η πεποίθηση της κοινής γνώμης. Η οποία με τη σειρά της καθορίζεται από την εικόνα που οι θεσμοί εκπέμπουν. Και η εικόνα που εκπέμπουν δεν θέτει απλά θέμα λειτουργίας των θεσμών. Θέτει θέμα λειτουργίας αλλά και βιωσιμότητας της ίδιας της δημοκρατίας. Άλλωστε, η λειτουργία της δημοκρατίας, βασίζεται ακριβώς σε αυτήν τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους και κοινωνίας. Τη σιγουριά του πολίτη ότι αυτοί που βρίσκονται σε θέσεις ευθύνης, βρίσκονται εκεί για να διασφαλίζουν το κοινό καλό. Όταν αυτή η σιγουριά μετατρέπεται σε βεβαιότητα πως το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει, τότε ο Δρουσιώτης μετατρέπεται σε αντίλαλο της κοινωνίας. Και ο κάθε ψίθυρος, η κάθε καταγγελία, σε δική της αλήθεια.







