Η παραίτησή μου από την προεδρία του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών Κύπρου (ΙΚΥΚ) δεν αποτελεί μια τυπική διοικητική εξέλιξη. Δεν είναι ένα ακόμα περιστατικό εναλλαγής προσώπων σε έναν ημικρατικό οργανισμό. Είναι το αποτέλεσμα μιας κατάστασης που αποκαλύπτει, με τρόπο δύσκολο να αγνοηθεί, τα όρια του ίδιου του συστήματος διακυβέρνησης και διοίκησης στη δημόσια υπηρεσία. Διότι το ζήτημα δεν είναι προσωπικό. Είναι βαθιά θεσμικό.
Κατά την ολιγόμηνη θητεία μου επιχείρησα να λειτουργήσει το ΙΚΥΚ με όρους στοιχειώδους διοικητικής επάρκειας και στρατηγικής ευθύνης. Όχι ως ένας μηχανισμός απλής διανομής υποτροφιών, αλλά ως ένας οργανισμός που επενδύει συνειδητά στο ανθρώπινο κεφάλαιο της χώρας, στηρίζει νέους επιστήμονες, επιβραβεύει και ενισχύει επαρκώς την αριστεία. Αυτός είναι, ή οφείλει να είναι, ο ρόλος του.
Για να επιτελέσει όμως αυτόν τον ρόλο απαιτούνται τα αυτονόητα, όπως επαρκής στελέχωση, εξειδικευμένη τεχνοκρατική υποστήριξη, διάθεση των απαιτούμενων οικονομικών πόρων και λειτουργική αυτονομία. Στο πλαίσιο αυτό, υποβλήθηκαν, μεταξύ άλλων, συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες εισηγήσεις για ενίσχυση του οργανισμού με κρίσιμες ειδικότητες, όπως οικονομικού/λογιστικού λειτουργού και λειτουργού πληροφορικής, καθώς και αύξηση του αριθμού των χορηγούμενων υποτροφιών που να επιβραβεύουν και να ενθαρρύνουν σαφώς την αριστεία. Θέσεις που δεν αποτελούν πολυτέλεια, αλλά βασική προϋπόθεση χρηστής διοίκησης, ποιότητας και διαφάνειας, ιδιαίτερα για έναν οργανισμό που διαχειρίζεται δημόσιους πόρους εκατομμυρίων και ενισχύει την ποιότητα του ανθρώπινου κεφαλαίου.
Οι εισηγήσεις αυτές απορρίφθηκαν από το αρμόδιο υπουργείο. Όχι με εναλλακτικές προτάσεις. Όχι με τεκμηριωμένη διαφωνία. Αλλά με μια στάση που αντανακλά μια βαθύτερη παθογένεια, την αντίληψη, δηλαδή, ότι οι θεσμοί δεν χρειάζεται να ενισχύονται αλλά να περιορίζονται. Ότι δεν πρέπει να λειτουργούν ως αυτόνομες, επαρκείς και υπεύθυνες μονάδες, αλλά ως προεκτάσεις υπουργείων, εγκλωβισμένες σε ένα αναχρονιστικό πλαίσιο ελέγχου που συχνά υπονομεύει την αποτελεσματικότητά τους. Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα.
Η περίπτωση του ΙΚΥΚ είναι απλώς ενδεικτική μιας ευρύτερης πραγματικότητας. Στην Κυπριακή Δημοκρατία η απόσταση μεταξύ τεκμηριωμένης γνώσης και εμπειρογνωμοσύνης και ανώτατης υπουργικής διοικητικής απόφασης παραμένει μεγάλη. Η εμπειρογνωμοσύνη, αντί να αξιοποιείται ως εργαλείο ενίσχυσης της διακυβέρνησης και των θεσμών, αντιμετωπίζεται συχνά ως ενοχλητικός περιορισμός. Ως κάτι που πρέπει να παρακαμφθεί ή να αγνοηθεί όταν δεν εξυπηρετεί τις εκάστοτε ισορροπίες, όπως θεωρούνται σε υπουργικό πλαίσιο. Το αποτέλεσμα είναι ένα κράτος που λειτουργεί κάτω από τις δυνατότητές του. Ένα κράτος που επενδύει στην εκπαίδευση, αλλά δυσκολεύεται να στηρίξει ουσιαστικά τους θεσμούς που διαχειρίζονται αυτήν την επένδυση. Ένα κράτος που επικαλείται την αριστεία, αλλά δεν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να την υπηρετήσει με συνέπεια.
Σε αυτό το πλαίσιο, η παραίτηση δεν είναι πράξη αποχώρησης. Είναι πράξη ευθύνης. Διότι υπάρχει ένα σαφές όριο πέρα από το οποίο η παραμονή σε μια θέση δεν συνιστά προσφορά, αλλά συνενοχή. Όταν οι βασικές προϋποθέσεις για ορθολογική διοίκηση δεν γίνονται αποδεκτές, όταν η εμπειρογνωμοσύνη και η τεκμηριωμένη εισήγηση απορρίπτονται, τότε η επιλογή δεν είναι μεταξύ σύγκρουσης και προσαρμογής. Είναι μεταξύ θεσμικής συνέπειας και σιωπηρής αποδοχής. Επέλεξα την πρώτη.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσον η πολιτεία αντιλαμβάνεται το μήνυμα. Η αποχώρηση ενός ακαδημαϊκού και ειδικού στη διασφάλιση της ποιότητας, με το κύρος ενός πρώην πρύτανη και πρώην προέδρου διεθνών οργανισμών, όπως ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Ιδρυμάτων Ανώτερης Εκπαίδευσης (EURASHE) και ο ανώτατος ευρωπαϊκός οργανισμός στη διασφάλιση ποιότητας και πιστοποίησης της ποιότητας στην ανώτερη εκπαίδευση (EQAR), δεν θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί ως μία ακόμα «παραίτηση», αλλά ως αφορμή για αναστοχασμό. Θα έπρεπε να λειτουργήσει ως προειδοποιητικό σήμα. Πόσο έτοιμο είναι το κυπριακό κράτος να ακούσει; Πόσο διατεθειμένο είναι να αποδεχθεί ότι η αποτελεσματική διακυβέρνηση και διοίκηση στη δημόσια υπηρεσία δεν μπορεί να βασίζεται σε αναχρονιστικές πρακτικές ελέγχου και περιορισμού, αλλά σε εμπιστοσύνη, επάρκεια και λογοδοσία; Ότι η ενίσχυση των θεσμών δεν είναι απειλή για τη διοικητική υπουργική εξουσία, αλλά προϋπόθεση της αξιοπιστίας της;
Αυτά τα ερωτήματα δεν μπορούν να απαντηθούν με σιωπή. Απαιτούν πράξεις. Απαιτούν μια διαφορετική κουλτούρα δημόσιας διοίκησης. Μια κουλτούρα που θα αντιμετωπίζει την επιστημονική και τεχνοκρατική γνώση όχι ως διακοσμητικό στοιχείο, αλλά ως βάση της πολιτικής και της ανώτατης διοικητικής υπουργικής απόφασης. Που θα ενισχύει τους θεσμούς αντί να τους αποδυναμώνει. Που θα επιτρέπει σε οργανισμούς όπως το ΙΚΥΚ να λειτουργούν με επάρκεια, διαφάνεια και στρατηγικό προσανατολισμό. Διότι, τελικά, το διακύβευμα δεν είναι διοικητικό. Είναι αναπτυξιακό. Σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα και πιο ανταγωνιστικός, η ικανότητα μιας χώρας να επενδύει αποτελεσματικά στο ανθρώπινο κεφάλαιο και στην αριστεία καθορίζει το μέλλον της. Και αυτό δεν επιτυγχάνεται με ημίμετρα, ούτε με θεσμούς που λειτουργούν υπό περιορισμό ή υπολειτουργούν. Επιτυγχάνεται με σοβαρότητα, στρατηγικό σχεδιασμό και σεβασμό στη γνώση και στην εμπειρογνωμοσύνη.
Συμπερασματικά, αν η παραίτησή μου συμβάλει έστω και ελάχιστα στο να ανοίξει αυτή η συζήτηση και να επιτευχθεί η απαιτούμενη βελτίωση, τότε δεν θα αποτελεί το τέλος μιας διαδρομής. Θα αποτελεί την αρχή μιας αναγκαίας, αλλά μέχρι σήμερα αναβαλλόμενης, θεσμικής ωρίμανσης και εκσυγχρονισμού, μιας πορείας που θα οδηγήσει σε θεσμική «ανάσταση». Και αυτή είναι μια ευθύνη που δεν αφορά ένα πρόσωπο. Αφορά όλους.
*Πανεπιστημιακού - ανθρωπολόγου, πρώην πρύτανη.







